06 Jul

“Saludos, mar amado”: Una recopilación de 200 epígramas referidos al mar

El título del libro “Saludos, mar amado” está tomado de un epigrama atribuido a Platón. Efectivamente, se trata de una recopilación de 200 epígramas referidos al mar, encontrados después de una investigación detallada en la Antología Palatina o Griega.

 

 

Referente a su estructura, el libro se organiza de la siguiente manera:

  • Prólogo – introducción a los epigramas y a la colección de los epigramas del mar.
  • Epigramas originales en griego antiguo y traducción directa del griego al castellano. Título en cada epigrama.
  • Notas y comentarios aclaratorios sobre personas, situaciones o proyecciones mitológico – históricas.
  • Biografías de los epigramatistas cuyas obras fueron coleccionadas.
  • Índice de nombres aparecidos en los epigramas.
  • Bibliografía.

Disponible en formato digital en Amazon.

02 Jul

Χουάν Βιγιόρο: «Tο ποδόσφαιρο είναι συνήθως ένας καθρέφτης της δύναμης μιας κοινωνίας».

Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη στα ισπανικά εδώ.

Πριν από μερικές μέρες βρέθηκε στην Ελλάδα ο Χουάν Βιγιόρο, μεξικανός συγγραφέας, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, σεναριογράφος, μουσικός παραγωγός, μεταφραστής, και πολλά άλλα.

Προσκεκλημένος του Φεστιβάλ, ΛΕΑ (Λογοτεχνία εν Αθήναις), παρουσίασε στο αθηναϊκό κοινό δύο από τα βιβλία του που μόλις κυκλοφόρησαν στα ελληνικά: «Ο ύφαλος» από τις εκδόσεις Φιλύρα και «Οι ένοχοι» από τις εκδόσεις Κουκίδα, μίλησε για την πατρίδα του το Μεξικό και ήταν παρών στο εργαστήριο συλλογικής μετάφρασης δύο διηγημάτων του, που διοργάνωσε το Αbanico.

Με την ευκαιρία αυτής της επίσκεψης, κατάφερα να του κάνω κάποιες ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας σ’ αυτή τη δημοσίευση.

1) Στα βιβλία σου παρουσιάζεις το ποδόσφαιρο σαν μια αλληγορία της ζωής. Τι ερμηνεία θα μπορούσαμε να δώσουμε για την ελληνική κοινωνία μέσα απ’ αυτό;

Παρόλο που δεν είμαι ειδικός στο ελληνικό ποδόσφαιρο, πιστεύω πως κάθε χώρα έχει ένα ξεχωριστό τρόπο να συνδέεται με το ποδόσφαιρο. Πρόκειται εξάλλου για την πιο οργανωμένη και πιο διαδεδομένη μορφή ψυχαγωγίας στον πλανήτη μας. Είναι ο πιο δημοφιλής τρόπος διασκέδασης. Πιστεύω πως κάθε χώρα φανερώνει πολλά για τον εαυτό της μέσα απ’ το ποδόσφαιρό. Χωρίς αμφιβολία, η Ελλάδα έχει μεγάλο πάθος γι’ αυτό το άθλημα, το απέδειξε εξάλλου με τους πανηγυρισμούς της όταν κέρδισε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Ταυτόχρονα όμως, η Ελλάδα είναι και μια χώρα σε διαρκή οικονομική κρίση και μάλιστα σε μια πολύ άνιση σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη και αυτό φαίνεται και στο ποδόσφαιρό της. Όχι μόνο στην αδυναμία της να αποκτήσει τους πιο καλοπληρωμένους ποδοσφαιριστές του κόσμου, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο παίζουν οι ομάδες. Πιστεύω πως γενικά, όταν οι ελληνικές ομάδες συμμετέχουν στα πρωταθλήματα, έχουν τη συμπεριφορά των ομάδων που κυνηγούν ηρωισμό. Συμπεριφέρονται, δηλαδή, ως ομάδες αδύναμες και γι’ αυτό δεν είναι πολύ ριψοκίνδυνες, αντιδρούν εκ των υστέρων, η στάση τους είναι αμυντική και περιμένουν τη νίκη σαν τους στρατιώτες της Σαλαμίνας. Περιμένουν πως ένας στρατός πιο ισχυρός θα μπορούσε να ηττηθεί από κάποιον όχι και τόσο δυνατό.

Πιστεύω πως αυτό λέει πολλά για τη γεωπολιτική θέση που η Ελλάδα κατέχει στην Ευρώπη, και δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς γιατί το ποδόσφαιρο είναι συνήθως ένας καθρέφτης της δύναμης μιας κοινωνίας. Σε κάποιες περιπτώσεις αντικατοπτρίζει και τα ιδανικά της. Σε κάποιες εποχές, το αργεντινό ποδόσφαιρο ξεπέρασε κατά πολύ την οικονομία της Αργεντινής, ή το ποδόσφαιρο της Βραζιλίας ξεπέρασε αντίστοιχα την οικονομία της. Είναι ο αντικατοπτρισμός μιας χώρας του μέλλοντος. Η Γαλλία στο Μουντιάλ του 1998, έδωσε την εικόνα μιας ιδανικής Γαλλίας, της χώρας που εξύμνησε τα δικαιώματα του ανθρώπου, μιας χώρας πολυπολιτισμικής, όμως αυτό αντιστοιχεί σε ένα είδωλο παρά σε μια πραγματικότητα. Έτσι λοιπόν, η σχέση των χωρών με το ποδόσφαιρο έχει αρκετό ενδιαφέρον γιατί άλλες φορές πλησιάζουν αρκετά στο σαρωτικό σθένος της Γερμανίας και άλλες την αδυναμία χωρών που δεν έχουν την ίδια ισχύ.

2) Πιστεύεις πως η όποια εξουσία μπορεί να χρησιμοποιήσει το ποδόσφαιρο για να χειραγωγήσει τις μάζες;

Φυσικά, και αυτό είναι εξακριβωμένο. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, μια χώρα με μεγάλη πολιτιστική παράδοση, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, κατάφερε να κερδίσει την προεδρία μετά από το μεγάλο κύρος που απέκτησε ως ιδιοκτήτης της Μίλαν. Επιπλέον, χρησιμοποίησε ένα ποδοσφαιρικό σύνθημα της εθνικής Ιταλίας για το κόμμα του, το “Forza Italia”. Βλέπουμε λοιπόν πως αν αυτό μπορεί να συμβεί στην Ιταλία, τότε λογικά μπορεί να συμβεί και σε άλλες χώρες. Στη Γιουγκοσλαβία ο Μιλόσεβιτς ήταν αυτός που ουσιαστικά αποφάσιζε για το τι θα συμβεί με τον «Ερυθρό Αστέρα». Στο Μεξικό οι πολιτικοί προσπαθούν να πλησιάσουν την εθνική ομάδα ή τους σημαντικότερους παίκτες της για να αποκτήσουν μεγαλύτερη δημοτικότητα. Είναι σύνηθες το ποδόσφαιρο να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης αφού είναι η πιο σημαντική έκφραση της βιομηχανίας του θεάματος. Βλέπουμε για παράδειγμα στη Βαρκελώνη ότι οι πολιτικοί που τάσσονται υπέρ της ανεξαρτησίας, έχουν συνδέσει την ποδοσφαιρική ομάδα με την ανεξαρτησία, κάτι που είναι εντελώς παράλογο γιατί αν η Barçaκαταλήξει να ανήκει σε διαφορετική χώρα, δεν θα μπορέσει να ξαναπαίξει στο ισπανικό πρωτάθλημα κι έτσι θα χάσει τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει την τόσο μισητή Real Madrid. Όλα αυτά όμως γίνονται για πολιτικούς λόγους.

3) Λες ότι οι φίλαθλοι στο Μεξικό δεν είναι βίαιοι. Παρόλα αυτά η βία είναι παρούσα σε πολλές πτυχές της μεξικανικής ζωής. Θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε κάποια πολιτισμική ρίζα στη σημερινή βία που μαστίζει το Μεξικό και να τη συσχετίσουμε με τις μάχες που διεξάγονταν για τη σύλληψη αιχμαλώτων με σκοπό την ανθρωποθυσία ή με την αντίληψη για το θάνατο που είχαν οι αρχαίοι λαοί;

Αυτή είναι μια πολύ σύνθετη, αλλά συνάμα πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Ο μεξικανός ποδοσφαιρόφιλος συνήθως είναι αρκετά ειρηνικός, μεταξύ άλλων γιατί δεν είναι πολύ συνηθισμένος στη νίκη. Γνωρίζουμε πως αν το Μεξικό παίζει με κάποια άλλη χώρα, το πιο πιθανό είναι να χάσει ή στην καλύτερη περίπτωση να ισοφαρίσει. Δεν έχουμε πολύ καλές αναμνήσεις σαν εθνική ομάδα. Οι ομάδες μας είναι πολύ ασταθείς και όποιος κερδίσει το πρωτάθλημα -τα πρωταθλήματά μας είναι μικρής διάρκειας, διαρκούν λιγότερο από έξι μήνες- δύσκολα περιμένει ότι θα κερδίσει και το επόμενο. ‘Έτσι ο μεξικάνος φίλαθλος έχει συνηθίσει την ήττα και την απογοήτευση. Γι’ αυτό το λόγο θεωρεί πως το πιο διασκεδαστικό στο ποδόσφαιρο είναι η ίδια η γιορτή: ο κόσμος, το φαγητό που πουλάνε στα γήπεδα, τα συνθήματα που ακούγονται στις κερκίδες, οι μεταμφιέσεις… Είναι ένα μεγάλο πανηγύρι όπου οι θεατές απολαμβάνουμε περισσότερο τον εαυτό μας παρά το αποτέλεσμα, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα υπέρ μας. Παρότι όμως γενικά το μεξικανικό ποδόσφαιρο είναι ειρηνικό, ακόμα και αυτή η άποψη έχει αρχίσει να αλλάζει μετά από διάφορες σκηνές βίας στα μεξικανικά στάδια. Η βία έχει πια ανθήσει. Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι τα στάδια είναι ένας μεγεθυντικός καθρέφτης της κοινωνίας. Είναι σαν εκείνους τους κοίλους και τους κυρτούς καθρέφτες που βλέπουμε στα πανηγύρια, που σε κάνουν να φαίνεσαι πιο αδύνατος και πιο ψηλός ή πιο κοντός και πιο χοντρός, παραμορφώνοντας λίγο την πραγματικότητα. Έτσι είναι και τα γήπεδα, ό,τι συμβαίνει έξω απ’ αυτά, εκεί μέσα αντικατοπτρίζεται με μια δόση υπερβολής. Αν στην κοινωνία υπάρχει ρατσισμός, στο γήπεδο αυτό ξεσπάει σαν τεράστιο πρόβλημα. Έτσι, η βία περνάει και στα μεξικάνικα γήπεδα, τώρα πια.

Είναι αλήθεια ότι το Μεξικό είναι μια πολύ βίαιη χώρα. Τα τελευταία 10 χρόνια έχουν καταγραφεί σχεδόν 200 χιλιάδες βίαιοι θάνατοι και γύρω στους 50 χιλιάδες εξαφανισμένοι. Το 2016, υπολογίστηκε ότι κάθε μήνα ανακαλύπτονταν 500 άτομα σε ομαδικούς τάφους. Είναι φοβερό! Το Μεξικό είναι μια τεράστια νεκρόπολη στην οποία πολύς κόσμος έχει έναν τάφο χωρίς το όνομά του και αυτός ο τάφος είναι ομαδικός. Οι δημοσιογράφοι που κάνουν έρευνες για τη βία δέχονται απειλές για τη ζωή τους. Σ’ αυτή την κατάσταση που έχει προκύψει από το εμπόριο ναρκωτικών, σκέφτεται κανείς ποιο είναι το νόημα της ζωής. Αυτό που λες σχετικά με το μεξικανικό παρελθόν και τις ανθρωποθυσίες είναι πολύ ενδιαφέρον για να γίνει μια σύγκριση.

Στο μυθιστόρημα μου «Ο ύφαλος», μιλάω γι αυτό ακριβώς το θέμα. Το μυθιστόρημα τοποθετείται σε ένα ξενοδοχείο το οποίο διαθέτει προγράμματα ψυχαγωγίας που έχουν σχέση με τον κίνδυνο. Ο άνθρωπος χρειάζεται κάποια δόση αδρεναλίνης και γι’ αυτό ασχολείται με επικίνδυνα σπορ, συλλέγει δηλητηριώδης αράχνες, πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω ή καταναλώνει ναρκωτικά που μπορεί να του κάνουν κακό. Αυτά τα ερεθίσματα ταράζουν τον άνθρωπο κι εγώ ήθελα να κάνω μια έρευνα πάνω σ’ αυτό το θέμα που κυριαρχεί στο Μεξικό. Όλα αυτά συμβαίνουν σ’ ένα ξενοδοχείο που ονομάζεται «Η Πυραμίδα» και βρίσκεται στη Ριβιέρα Μάγια, την περιοχή που χτίστηκαν οι μεγάλες πυραμίδες της αρχαιότητας και που γίνονταν και οι ανθρωποθυσίες. Ο πολιτισμός των Μάγια ήταν αρκετά βίαιος σε σχέση με τις σημερινές αντιλήψεις.

Σε μας φυσικά, μπορεί να φαίνεται παράλογο να σκοτώνεις κάποιον προς όφελος του σύμπαντος. Από την άλλη, θα πρέπει να καταλάβουμε την αντίληψη που είχαν οι Μάγια για το σύμπαν: όφειλαν να κατευνάσουν ένα σωρό από θεούς, απαιτητικούς καταπιεστικούς, που τους ζητούσαν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν για να μην εξαπολύσουν καταιγίδες, ξηρασίες, λοιμούς, επιδημίες κτλ. Οι Μάγια ζούσαν σε έναν επισφαλή κόσμο, απειλούμενο με διάφορους τρόπους, και για να προστατευτούν θεωρούσαν ότι έπρεπε να δώσουν κάτι από τον εαυτό τους.Κάτι πολύτιμο και που θα τους πονούσε πολύ. Πρόσφεραν τη ζωή όχι επειδή την περιφρονούσαν, αλλά ακριβώς επειδή αγαπούσαν τόσο αυτούς τους ανθρώπους, όφειλαν να τους προσφέρουν στους θεούς για να μην καταστραφεί το σύμπαν. Ίσως όλα αυτά να μας φαίνονται τώρα παράλογα, αλλά αντιστοιχούν σε μια λογική. Σύμφωνα με τους νόμους της επιβίωσης αν δώσεις στους θεούς μια νεαρή κοπέλα, ίσως να βρέξει όταν το χρειάζεσαι ή ίσως να μη βρέξει τόσο πολύ όταν αυτό μπορεί να προκαλέσει καταστροφές. Οι Μάγια ήταν ένας λαός πολύ σκληρός σε θέματα ηθικής. Ήταν πολύ αυστηροί σε σχέση με τη δολοφονία ή την κλοπή για παράδειγμα. Η ανθρωποθυσία ήταν ακριβώς αυτή η προσφορά που τους πονούσε.

Αν τώρα συγκρίνεις όλα αυτά, (που ίσως μας φαίνονται παράλογα γιατί παραδίνεις έναν ζωντανό άνθρωπο στο θάνατο, αλλά όμως έχει μια αιτία και ένα αποτέλεσμα) με αυτό που συμβαίνει στο σημερινό Μεξικό, τι λόγο έχουν οι θάνατοι; Τι κερδίζουμε με αυτούς; Είναι εντελώς τζάμπα. Δηλαδή, δεν έχουμε τίποτα να κερδίσουμε με 200 χιλιάδες νεκρούς. Η ζωή απλούστατα, όπως λέει και ένα παλιό μεξικάνικο τραγούδι, δεν αξίζει τίποτα [1] . Βρισκόμαστε σε μια φοβερή κοινωνική παρακμή, όπου ο οποιοσδήποτε μπορεί να αφανιστεί λες και είναι αναλώσιμος. Επιπλέον, οι δημοσιογράφοι που θέλουν να ερευνήσουν την υπόθεση, δολοφονούνται κι αυτοί. Είναι μια πολύ δύσκολη περίοδος για το Μεξικό..

4) Παρόλο που η Ελλάδα θεωρείται «το λίκνο της δημοκρατίας», αυτό καθημερινά αμφισβητείται. Στο Μεξικό, συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Πιστεύεις ότι έχουμε κάποια κοινά στοιχεία;

Υπάρχουν αρκετές ομοιότητες ανάμεσα στην Ελλάδα και το Μεξικό και μια από αυτές είναι η δυσαρέσκεια για τη δημοκρατία η οποία για μας είναι περισσότερο λαχτάρα παρά πραγματικότητα. Ανήκει νομίζω στη σφαίρα της επιθυμίας για μια κοινωνία ισότητας και όχι στον τρόπο με τον οποίο ασκείται η δημοκρατία.

Στο Μεξικό κυβερνούσε το ίδιο κόμμα για 71 ολόκληρα χρόνια. Χρειάστηκε πολύ δουλειά για να καταφέρουμε να οργανώσουμε αξιόπιστες εκλογές και να τις κερδίσει κάποιο άλλο κόμμα. Μόλις όμως τα καταφέραμε, οι πολιτικοί των άλλων κομμάτων είχαν παρόμοια συμπεριφορά με το Ανεξάρτητο Επαναστατικό Κόμμα (PRI).

Η δημοκρατία στο Μεξικό έχει μετατραπεί σε μια μεγάλη ευκαιρία για να δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά τα κόμματα και για να ελέγχει τους οικονομικούς πόρους μια ελίτ που περιβάλλει την εξουσία. Τα σκάνδαλα που βλέπει κανείς στις άλλες χώρες, μπορεί να είναι μεγάλα αλλά τα επίπεδα διαφθοράς δεν είναι τόσο. Το Μεξικό βρίσκεται στην πραγματικότητα στον αντίποδα του δημοκρατικού προτύπου, μέχρι σήμερα. Για να μπορέσει ένας υποψήφιος, για παράδειγμα να κατέβει στις εκλογές θα πρέπει να μαζέψει ένα εκατομμύριο υπογραφές σε 17 διαφορετικές πολιτείες, μέσα σε ενάμισι χρόνο. Μόνο δηλαδή μια πολύ καλά δικτυωμένη οργάνωση μπορεί να τα καταφέρει. Υπάρχουν πολλά εμπόδια στη συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική ζωή του τόπου.

Η ομοιότητα που έχει με την Ελλάδα είναι ότι οι πολιτικοί δεν αντιπροσωπεύουν τη θέληση του λαού, αλλά λειτουργούν ως μεσάζοντες. Μερικές φορές μπορεί να ψηφίσεις κάποιον υποψήφιο και μετά αλλάζει θέσεις μόλις κερδίσει τις εκλογές. Όλο αυτό είναι μια αντιπροσωπευτική και όχι άμεση δημοκρατία. Αν ήταν άμεση, οι ψηφοφόροι θα ζητούσαν το λόγο από αυτούς που ασκούν μια πολιτική αντίθετη με αυτό που υποσχέθηκαν.

5) Στο έργο σου εμφανίζονται συνεχώς στοιχεία προερχόμενα από διαφορετικά μέρη του πλανήτη. Σε τι οφείλεται αυτή τόσο ξεκάθαρη οικουμενικότητα;

Ζούμε σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον στο οποίο υπάρχουν σημάδια και σύμβολα από πολλούς διαφορετικούς πολιτισμούς. Η μεξικανική κουλτούρα είχε μια εμμονή με τον εαυτό της για πάρα πολύ καιρό, ήταν μια κουλτούρα εθνικιστική. Προσωπικά πιστεύω πως ο πλούτος του Μεξικού βρίσκεται ακριβώς στο ότι περιλαμβάνει πολλές κοινότητες ιθαγενών, την ισπανική κουλτούρα, τη μοντέρνα κουλτούρα του ανεξάρτητου Μεξικού, μια εγγύτητα με τις Ηνωμένες Πολιτείες που έχει δημιουργήσει ένα είδος κουλτούρας Tex-Mex στην οποία υπάρχει μια αμφίδρομη σχέση. Επίσης, το Μεξικό είναι μια χώρα ανοιχτή στον κόσμο, ένας σύγχρονος μεξικανός συνδέεται στο διαδίκτυο και έρχεται σε επαφή τόσο με την καθημερινή του πραγματικότητα όσο και με πράγματα που συμβαίνουν μακριά. Νομίζω πως η δυνατότητα της επαφής με άλλες κουλτούρες και γλώσσες είναι από τα πιο όμορφα πράγματα. Παραδόξως, όπως στην Οδύσσεια, αυτό μας οδηγεί ξανά στην πατρίδα. Είναι μια επιστροφή στην πατρίδα με έναν διαφορετικό τρόπο. Για να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του, πολλές φορές πρέπει να περάσει πρώτα από τους άλλους. Εμένα πάντα αυτό μου φαινόταν πολύ ενδιαφέρον. Μερικά από τα διηγήματα που έχω γράψει έχουν να κάνουν με Μεξικανούς που ταξιδεύουν. Ταξιδεύουν κυρίως στον εσωτερικό τους κόσμο. Τα ταξίδια τους στο εξωτερικό τους επιτρέπουν να ανακαλύψουν περισσότερα πράγματα για τον ίδιο τους τον εαυτό.

6) Ο Μπόρχες, που αν δεν κάνω λάθος, είναι ο αγαπημένος σου συγγραφέας, είπε κάποια στιγμή: «Όλοι είμαστε Έλληνες σε εξορία». Πώς σου φαίνεται αυτή η φράση;

Ο Μπόρχες είπε πολλά ωραία πράγματα για την Ελλάδα, και φυσικά είναι απεριόριστα αυτά που οφείλουμε σ΄ αυτόν τον πολιτισμό. Ακόμα και πράγματα που θεωρούμε δεδομένα όπως η τέχνη της συζήτησης. Λέει ο Μπόρχες ότι προέρχεται από κάποιους Έλληνες που αποφάσισαν ότι ο τρόπος για να κατανοήσουν ο ένας τον άλλο ήταν η συζήτηση χωρίς να είναι απαραίτητο να συμφωνούν, αλλά με διαφωνίες, αναβολές, με το να καταλαβαίνουν ότι ο άλλος έχει δίκιο. Προφανώς αναφέρεται στους πλατωνικούς διαλόγους και σε ό,τι άλλο έχει φτάσει σε μας από τις αρχαίες ελληνικές συζητήσεις. Δεν υπάρχουν πολλές μαρτυρίες για άλλους πολιτισμούς που ο κόσμος να συζητούσε με αυτό τον τρόπο, διερευνώντας ιδέες, αμφιβάλλοντας, αναστέλλοντας βεβαιότητες. Ένα από τα πιο ωραία πράγματα που μπορούμε να ασκήσουμε ακόμα. Η συζήτηση, είναι κάτι που πολιτισμικά, προέρχεται από την Ελλάδα. Από την Ελλάδα έρχονται επίσης και αρκετές άλλες ιδέες όπως για παράδειγμα η δημοκρατία αλλά και η ανθρώπινη υπόσταση. Ο άνθρωπος μπορεί να βρεθεί μόνος απέναντι στους θεούς, όπως για παράδειγμα ο Έκτορας που αντιμετωπίζει τον Αχιλλέα. Ο Έκτορας γνωρίζει ότι είναι άνθρωπος, γνωρίζει την θνητή υπόσταση του ανθρώπου.

7) Υπάρχει κάποιος Έλληνας συγγραφέας που προτιμάς;

Η γενιά μου μεγάλωσε διαβάζοντας αρκετά Έλληνες ποιητές, όπως ο Ελύτης, ο Καβάφης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Σεφέρης. Προσωπικά, έχω γράψει ένα μυθιστόρημα, το El testigo [2] που έχει μια αναφορά στον Καβάφη ο οποίος μου αρέσει πολύ. Έχουμε την τύχη να έχουμε στο Μεξικό πολύ καλούς μεταφραστές από τα ελληνικά στα ισπανικά. Υπάρχει μια μεγάλη παράδοση ελληνιστών, ξεκινώντας από τον Alfonso Reyes, και συνεχίζοντας με τον Jaime García Terrés που ήταν πρέσβης του Μεξικού στην Ελλάδα, καθώς επίσης και με τον ίδιο τον Octavio Paz, που παρόλο ότι δε μιλούσε ελληνικά, είχε Έλληνες φίλους και ήρθε πολύ κοντά στην ελληνική ποίηση. Όλοι αυτοί οι ποιητές έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, όχι μόνο σε μένα, αλλά και σε ολόκληρη τη γενιά μου.

Ένα βιβλίο που διαβάσαμε με πάθος οι συγγραφείς της γενιάς μου δεν είναι ελληνικό, αλλά είναι ένας φόρος τιμής στην Ελλάδα, είναι ο Κολοσσός του Μαρουσιού του Χένρι Μίλλερ. Είναι ένα βιβλίο για την Ελλάδα, για την παραμονή του εδώ και γενικότερα είναι ένας εγκωμιασμός του ελληνικού πολιτισμού.

8) Σε μια από τις δημοφιλείς δημοσιεύσεις σου στο twitter έγραψες: « Μιλάμε πολύ περισσότερα ελληνικά απ’ όσα φανταζόμαστε. Σου έχει περάσει ποτέ απ΄ το μυαλό να μάθεις ελληνικά, και αν ναι, γιατί δεν το έκανες; 

Θα μου άρεσε πάρα πολύ. Κοίτα, εμένα μου αρέσει πολύ να μαθαίνω γλώσσες και φυσικά τα ελληνικά είναι μία απ’ αυτές, όμως το πιο διασκεδαστικό θα ήταν να τα μάθω ζώντας εδώ.

Με γοητεύουν αρκετά δύο νεκρές γλώσσες και δύο ζωντανές. Με γοητεύουν τα λατινικά και τα μάγια και με γοητεύουν τα ρώσικα και τα ελληνικά. Μιλάω αρκετές γλώσσες, τις περισσότερες χάλια, αλλά αυτές τις τέσσερις τις αγαπώ και θα ήθελα μια μέρα να μπορέσω να μάθω μια από αυτές. Εξάλλου, είναι πολύ καλή άσκηση για το μυαλό η εκμάθηση μιας γλώσσας. Όσο αρχίζεις να ξεχνάς πράγματα, λένε πως μαθαίνοντας μια ξένη γλώσσα μπορείς να βελτιώσεις τη μνήμη σου. 

Απόδοση στα ελληνικά από το mimundogriego.com

Φωτογραφίες: Juanita la Quejica

[1] La vida no vale nada: Τραγούδι του José Alfredo Jiménez από την ομώνυμη ταινία του 1955, τραγουδισμένο από τον Pedro Infante.

[2] El testigo:. O μάρτυρας. Δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά.

02 Jul

Εκτορ Αμπαδ Φασιολίνσε: “Η επανάσταση του Διαδικτύου και των ψηφιακών μέσων είναι ανάλογη με την επινόηση της γραφής”

 Μπορείτε να διαβάσετε το αρχικό κείμενο στα ισπανικά, εδώ.

Ο Κολομβιανός συγγραφέας Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε, συγγραφέας του πιο πολυδιαβασμένου βιβλίου στην Κολομβία σήμερα, «Η λήθη που θα γίνουμε», βρέθηκε στην Ελλάδα πριν μερικές μέρες, για να παρουσιάσει στο αθηναϊκό κοινό, στην έναρξη του φεστιβάλ ΛΕΑ, την έκδοση αυτού του βιβλίου στα ελληνικά.  Στο έργο αυτό, ένας γιατρός και πανεπιστημιακός δολοφονείται από ομάδες κολομβιανών παραστρατιωτικών,  το 1987. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο γιος του, που έχει γίνει συγγραφέας, αφηγείται την ιστορία του, όχι όμως την ιστορία της δολοφονίας, αλλά της ζωής ενός εξαίρετου ανθρώπου που συνδύαζε τις αρετές απέναντι στα κοινά με τις αρετές στον ιδιωτικό του βίο, ενός ανθρωπιστή, ενός γιατρού αφοσιωμένου στη δημόσια υγεία, ενός υποδειγματικού και στοργικού οικογενειάρχη. Πρόκειται συγχρόνως για την ιστορία της αγάπης μεταξύ πατέρα και γιου, που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τον αντίποδα της «Επιστολής προς τον πάτερα» του Κάφκα: όχι μια σχέση ρήξης, καχυποψίας και μίσους, αλλά φιλίας, αγάπης και εμπιστοσύνης. Είναι ίσως πιο εύκολο να γράψει κανείς για ένα φαύλο άτομο, παρά για έναν άνθρωπο καλοσυνάτο. Ο Έκτορ Αμπάδ το κατορθώνει, δίχως να υποπέσει σε συναισθηματισμούς. Το βιβλίο μετέφρασε στα ελληνικά η Τιτίνα Σπερελάκη για τις Εκδόσεις Πατάκη.

Είμαι σίγουρη, ότι θα απολαύσετε όσο κι εγώ, τις απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του έκανα:

1) Δε θέλω να επιμείνω στο βιβλίο σου « Η λήθη που θα γίνουμε» αφού εσύ ο ίδιος είπες  τις προάλλες πως έχει αναφερθεί σ’αυτό αρκετές φορές στο Φεστιβάλ ΛΕΑ, όχι μόνο το φετινό αλλά και στο περυσινό.  Αυτό που θέλω να ξέρω είναι το πώς αισθάνεσαι εσύ με αυτή την επιτυχία του σε μια χώρα τόσο μακρινή και τόσο διαφορετική από τη δική σου.

Ακόμα δεν ξέρω αν είναι επιτυχία,  αλλά έχεις δίκιο στο ότι το γεγονός και μόνο το ότι εκδόθηκε στα ελληνικά, από μόνο του είναι κατά κάποιον τρόπο επιτυχία.  Καθώς ήδη έχουν υπάρξει μεταφράσεις σε χώρες τόσο διαφορετικές από την Κολομβία, από την Πορτογαλία ως τη Ρουμανία, αυτό που αισθάνομαι είναι η επιβεβαίωση ότι οι οικογένειες μοιάζουν.  Η αγάπη των παιδιών προς τους γονείς τους είναι κάτι που μπορεί να νιώσει κάθε κουλτούρα.  Δεν είναι ποτέ παράξενη μια ιστορία αγάπης και πόνου. Είναι πάντα κατανοητές οι ιστορίες που μιλούν για αγάπη μέσα στην οικογένεια.  Ακόμα βέβαια δεν έχω ζήσει την εμπειρία μιας μετάφρασης του βιβλίου μου στην Άπω Ανατολή. Αυτό θα μου κινούσε περισσότερο την περιέργεια. Θα ήμουν περίεργος να μάθω αν οι οικογένειες στην Ιαπωνία, την Κορέα ή την Κίνα θα μπορούσαν να το καταλάβουν αλλά γνωρίζοντας λίγα πράγματα από την ελληνική λογοτεχνία και γνωρίζοντας κάπως τους Έλληνες, πιστεύω πως δεν υπάρχει καμία πολιτισμική δυσκολία για να το καταλάβουν και να κατανοήσουν σε γενικές γραμμές.

2) Πες μας κάτι για τα άλλα σου βιβλία. Έχεις γράψει κάτι άλλο αυτοβιογραφικό; Έχεις ξανανιώσει ποτέ αυτό το συναίσθημα απελευθέρωσης μετά την ολοκλήρωση της συγγραφής ενός βιβλίου;

Όχι, αυτό είναι το μοναδικό μυθιστόρημά μου, χωρίς μυθοπλασία. Ένα βιβλίο στο οποίο τα πάντα είναι αληθινά, δεν έχω αλλάξει ούτε και  τα ονόματα των χαρακτήρων.  Ας πούμε ότι όλα τα άλλα μυθιστορήματά μου βασίζονται  στις εμπειρίες μου και σε όσα έχω ζήσει, αλλά αυτό πάντα προσαρμόζεται  σε  ορισμένους κανόνες του μυθιστορήματος,  την οικονομία του, τον μύθο του, αλλά και στους ίδιους τους χαρακτήρες οι οποίοι με οδηγούν σε μέρη που δεν γνωρίζω. Με αυτή την έννοια, όχι, αυτό είναι ένα ιδιαίτερο και μοναδικό βιβλίο και ταυτόχρονα δεν θα μπορούσε να επαναληφθεί. Δεν θα ήθελα να το επαναλάβω, γιατί είναι καρπός μιας επώδυνης και τραγικής εμπειρίας και εύχομαι στον καθένα να μη ζήσει ποτέ κάτι  τόσο τραγικό για να γράψει ένα βιβλίο. Προτιμώ μια ζωή πιο ήσυχη και καλύτερη από ένα βιβλίο  -όσο καλό και να είναι-  που προέρχεται από μια οδυνηρή πραγματικότητα.

3) Έχεις κάποιο χόμπι; Τι είναι αυτό που σου αρέσει να κάνεις όταν τελειώνει η βάρδια του συγγραφέα;

Μου αρέσει να κάνω πολύ απλά πράγματα και ευτυχώς έχω καταφέρει να τα κάνω και στην Ελλάδα. Είναι το να περπατώ χωρίς προορισμό και  το κολύμπι. Εδώ, λοιπόν, από τότε που είμαι στην Αθήνα, έχω πάει κολύμπι αρκετές φορές. Πάντα κυκλοφορώ με τα γυαλιά της κολύμβησης  και το μαγιό μου. Το κολύμπι στη θάλασσα της Ελλάδας είναι ένα όνειρο. Έχω περάσει πολλές φορές τις διακοπές μου στην Καραϊβική, αλλά η θάλασσα της Ελλάδας  είναι αναμφίβολα η πιο όμορφη θάλασσα που έχω γνωρίσει. Και ακόμη και σε μια τόσο μεγάλη πόλη όπως η Αθήνα, σε μισή ώρα φθάνεις με ένα ταξί. Θεωρώ ότι η παραλία είναι και πολύ καθαρή και πολύ ωραία και τα νερά είναι πεντακάθαρα. Μπορώ να δω ακόμη και ψαράκια που κινούνται μέσα στο νερό, κάτι που οικολογικά, είναι ένα πολύ καλό σημάδι. Επιπλέον, είναι πολύ όμορφο, με τη ζέστη που κάνει  έξω, να μπαίνει κανείς σε αυτό το κρύο νερό και να κολυμπάει. Είναι κάτι που δε θα με κούραζε ποτέ.

Τόσο το κολύμπι όσο και το περπάτημα έχουν ένα ρυθμό βήματος.  Ο ρυθμός που δίνει η κίνηση στα μπράτσα και στα πόδια, εμένα μου θυμίζει πολύ την ποίηση και τη συγγραφή. Η συγγραφή πρέπει να έχει ένα ρυθμό. Στην πραγματικότητα, πολλοί από τους ποιητές  που θαυμάζω περισσότερο, ήταν μεγάλοι περιπατητές. Ο Δάντης πρέπει να ήταν περιπατητής και γι’ αυτό η Κωμωδία του ξεκινά σα μια βόλτα. Ο  Μπόρχες ήταν μεγάλος περιπατητής και δε γνωρίζω τις προσωπικές συνήθειες  πολλών Ελλήνων ποιητών, αλλά υποθέτω ότι πρέπει να ήταν περιπατητές. Εξάλλου, εδώ δεν ήταν που επινόησαν την Περιπατητική Σχολή, έτσι δεν είναι;

4) Εξαιτίας  των αμερικανικών σειρών,  εμείς οι Έλληνες έχουμε σχηματίσει μια ιδέα της Κολομβίας  που βασίζεται στην παραγωγή και τη διακίνηση των  ναρκωτικών. Φαντάζομαι ότι και εσείς οι Κολομβιανοί έχετε δημιουργήσει μια εικόνα για την Ελλάδα που δεν είναι ακριβώς  αυτή η πραγματικότητα που έχεις δει εδώ. Θα με ενδιέφερε να μάθω πώς είναι αυτή η εικόνα περίπου. Τι γνώμη έχεις για αυτά τα στερεότυπα σε σχέση με τους διαφόρους λαούς;

Η ιδέα για την Ελλάδα είναι ανάμεικτη. Από τη μια πλευρά είναι η ιδέα που αντιστοιχεί στην αρχαιότητα, είναι δηλαδή  μια ιδέα της κλασικής Ελλάδας, η γέννηση της δημοκρατίας, η γέννηση της φιλοσοφίας, η ομορφιά του έργου του Πραξιτέλη, της  γλυπτικής,  κ.λπ. Είναι μια εικόνα που έρχομαι εδώ και την επιβεβαιώνω γιατί υπάρχει. Στη συνέχεια, υπάρχει μια ιδέα που δημιουργήθηκε τον εικοστό αιώνα, οι εκατομμυριούχοι και οι εφοπλιστές,  όπως ο Ωνάσης, ο Νιάρχος, κ.λπ. που παντρεύονται όμορφες γυναίκες σε όλο τον κόσμο, μια ιδέα θαλασσινή. Στο σημερινό κόσμο, επειδή  έχω ζήσει στην Ιταλία, έχω σχηματίσει  την ιδέα της θάλασσας. Ήμουν μεταφραστής και έχω μεταφράσει κάποιες  ιστορίες  του του Τομάζι ντι Λαμπεντούζα και υπάρχει μια ιστορία που ονομάζεται Νίκεια  και μιλάει για τη θάλασσα και τις σειρήνες και αυτό με επηρεάζει πολύ όταν κολυμπώ. Σκέφτομαι αυτή τη παλιά ιστορία  που μετέφρασα και τις ιστορίες της θάλασσας.

Το πιο πρόσφατο, το  τελευταίο είναι η οικονομική κρίση, οι εκλογές, το δημοψήφισμα, οι διαδηλώσεις, ένας  πυρπολημένος κινηματογράφος, μια τράπεζα δίπλα και η μόνιμη συζήτηση για το αν η Ελλάδα ευθύνεται ή όχι τα χρέη της, αν αυτό συμβαίνει επειδή η οι άνθρωποι συνταξιοδοτούνται πολύ νέοι, και οι Έλληνες απολαμβάνουν πραγματικά τη ζωή και αντίθετα οι Γερμανοί εργάζονται και εργάζονται και εργάζονται. Όσον αφορά την εικόνα της Ελλάδα σε κρίση, παρατηρώ ότι, τουλάχιστον αυτό το καλοκαίρι, οι άνθρωποι δεν είναι πια τόσο λυπημένοι. Από την άλλη, βλέπω επίσης πολλούς ανθρώπους να κοιμούνται στο δρόμο. Υπάρχει και μια άλλη εικόνα για την Ελλάδα του σήμερα. Είναι αυτή με τους τόσο πολλούς  πρόσφυγες, αν και δεν είχα την ευκαιρία να τους δω  στην Αθήνα. Υποθέτω ότι θα πρέπει να πάει κανείς στα νησιά κοντά στην Τουρκία ή κάπου αλλού για να τους δει. Το κομμάτι που με ενοχλεί πολύ, είναι σαν ένας δαίμονας που υπάρχει, αλλά που για μένα σε αυτό το ταξίδι παρέμεινε αόρατος.

Τα στερεότυπα είναι ένας πολύ ανθρώπινος τρόπος σκέψης που,  λόγω του ότι είναι «οικονομικός», είναι κατάλληλος για την καθημερινή ζωή. Τα στερεότυπα είναι χρήσιμα επειδή μας επιτρέπουν να αντιδρούμε γρήγορα. Για παράδειγμα, ένα στερεότυπο είναι ότι «ένα φίδι είναι δηλητηριώδες», τελεία. Έτσι, μπορεί να δεις ένα φίδι και να το τοποθετήσεις αμέσως στην κατηγορία των δηλητηριωδών. Αυτό σου δίνει μια ώθηση για να το βάλεις στα πόδια και δε θα μάθεις ποτέ αν το φίδι είναι δηλητηριώδες ή όχι. Φυσικά, αν δεν πας και δε δεις μια χώρα, το μόνο που έχεις είναι μια συγκεχυμένη ιδέα. Αν πας σε αυτή τη χώρα, τα πάντα ορίζονται με ένα διαφορετικό τρόπο, πράγματα που το δικό σου στερεότυπο δε γνωρίζει ακόμα. Δεν ήξερα τίποτα για την ελληνική κουζίνα, δεν ήξερα ότι το ελληνικό κρασί ήταν τόσο καλό, δεν ήξερα πώς είναι το ελληνικό λάδι, δεν ήξερα πώς ήταν οι Ελληνίδες, δεν ήξερα πώς ήταν το ελληνικό προφίλ και τώρα το ξέρω. Είναι πολύ διαφορετικό να το βλέπεις, από το να έχεις μόνο κάποιες ιδέες θεωρητικές, διανοουμενίστικες.

Εδώ ο Έκτορ Αμπάδ, συνομιλεί με τον Πέδρο Ολάγια

5) Τι πιστεύεις για τα ψηφιακά μέσα έκδοσης, και δεν αναφέρομαι μόνο στα βιβλία αλλά και στις εφημερίδες, τα λογοτεχνικά περιοδικά, κλπ. Πώς αισθάνεσαι γνωρίζοντας πως η «πένα» σου μπορεί να φτάσει σε όλες τις γωνιές αυτού του πλανήτη μέσα απ το Ιντερνέτ; 

Είναι θαυμάσιο, διότι ο καθένας μπορεί να δημοσιεύσει και  είναι πολύ φθηνό, αλλά την ίδια στιγμή, δημοσιεύονται και πολλά ψέματα, πολλά σκουπίδια και δεν υπάρχουν πολλά σάιτ που να ανταποκρίνονται σ’ αυτό που λένε και να φιλτράρουν την αλήθεια απ’ το ψέμα, αν θα μπορούσαμε βέβαια ποτέ να το μάθουμε.  Την ίδια στιγμή, υπάρχουν θαυμάσιες σελίδες, υπέροχα ψηφιακά μέσα, νέοι εκδότες, νέες εκδόσεις. Όταν έρχεται  κάτι νέο, αυτό φέρνει πάντα μαζί του μεγάλα πλεονεκτήματα και  μεγάλα μειονεκτήματα. Ποτέ, καμία εφεύρεση δεν ήταν  ακίνδυνη. Ποτέ, καμία εφεύρεση δεν ήταν  καθ’ όλα θετική.  Υπάρχουν πράγματα που χάνονται και πράγματα που κερδίζονται.

Η ζωή στα κοινωνικά δίκτυα, το Twitter, το Facebook,το  Instagram, κλπ, το ίδιο. Υπάρχουν πολύ καλά πράγματα, αλλά υπάρχει ένα μεγάλο χάσιμο χρόνου, κάτι σαν να επικεντρώνεται κάποιος στον εαυτό του και στο τι σημαίνουν γι’αυτόν τα like. Πιστεύεις πως ακολουθείς  μόνο τον κόσμο που σκέφτεται σαν κι εσένα και αυτό δημιουργεί κάποιους  πολύ βλαβερούς  πομφόλυγες, αλλά την ίδια στιγμή υπάρχουν πράγματα  που είναι υπέροχα όπως  η Wikipedia.

[…]Νομίζω πως η επανάσταση του Διαδικτύου και των ψηφιακών μέσων είναι ανάλογη με την επινόηση της γραφής ή της τυπογραφίας.  Είναι κάτι απόλυτα επαναστατικό και θαυμάσιο, αλλά ακόμα και όταν επινόησαν τη γραφή, υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες ποιητών που ήξεραν τα πάντα από μνήμης και έλεγαν πως η γραφή θα ξεπαστρέψει τη μνήμη. Και σ’ αυτό υπάρχει κάποια αλήθεια. Πρέπει να υπάρχουν ελάχιστοι Έλληνες που γνωρίζουν όλο τον Όμηρο από μνήμης. Επίσης, όταν εφευρέθηκε η τυπογραφία, είπαν ότι αυτό θα προκαλούσε την απώλεια της  χαλαρής και αργής ανάγνωσης. Σε καμία περίπτωση δεν υιοθετώ τα εσχατολογικά σενάρια, αλλά παλιά έβλεπα μόνο τις θαυμαστές δυνατότητες που ανοίγει ο ψηφιακός κόσμος: την πιθανότητα να διαβάσει ένας Έλληνας τη σελίδα ενός  Κολομβιανού, και ένας Κολομβιανός τη σελίδα ενός Έλληνα, αλλά με όλα όσα συνέβησαν με τον Tράμπ, με το Brexit,  με την πολιτική, βλέπω και την πιθανότητα της χειραγώγησης των κοινωνικών δικτύων και της πλάνης που ανθεί σε αυτά και  που είναι αρκετά περίπλοκη. Ο αναγνώστης για να προσανατολιστεί θα  πρέπει να ψάξει μέσα σε μια ταραγμένη και θολή θάλασσα πληροφοριών.

6) Ποια είναι η σχέση σου με τα κοινωνικά δίκτυα;

Έχω ένα λογαριασμό στο Twitter, αλλά δεν είμαι τόσο ενεργός, γιατί αισθάνομαι ότι έχω χάσει χρόνο, χρόνο ανάγνωσης, χρόνο χαλαρής ανάγνωσης, χρόνο για βιβλία. Κάποια στιγμή άρχισα να γράφω ένα μυθιστόρημα στο Twitter. Έγραφα  από ένα tweet την ημέρα . Μια φράση από ένα μυθιστόρημα που θα αποτελείτο από χίλια και ένα tweets. Όταν ήμουν στο 150° tweet  , βαρέθηκα και δεν ήθελα να συνεχίσω να γράφω το μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα γράφεται  πρόταση -πρόταση, αλλά γράφοντας  ένα tweet την ημέρα, χάνεις γρήγορα τον ειρμό σου. Ένα μυθιστόρημα απαιτεί άλλου είδους συγκέντρωση.

7) Δυστυχώς, δεν υπάρχουν πολλοί  Έλληνες συγγραφείς μεταφρασμένοι στα ισπανικά. Όμως, τι γνώμη έχεις για την ελληνική λογοτεχνία, έχεις απολαύσει ποτέ το βιβλίο ενός   Έλληνα συγγραφέα;

Φτάνω στην ελληνική λογοτεχνία πάντα πολύ αργά.  Αυτή η ελληνική λογοτεχνία στην οποία έχω φτάσει εγώ είναι ήδη φιλτραρισμένη από το χρόνο. Ίσως  να υπάρχουν  σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς  που έχουν μεταφραστεί, αλλά εγώ δεν  είμαι άτομο  που ενημερώνεται αρκετά για τις νέες τάσεις σε κανένα μέρος τους κόσμου, ούτε καν στην Ισπανία, ούτε καν στην Κολομβία. Αυτό που ξέρω είναι ότι μου αρέσει πολύ ο Καζαντζάκης, ξέρω  τον Καβάφη, ξέρω  τον Ρίτσο. Δε γνωρίζω συναδέλφους μου, παρόλο που θα ήθελα. Έχω διαβάσει ίσως κάποιο αστυνομικό μυθιστόρημα του Πέτρου Μάρκαρη. Πριν από ένα χρόνο, άνοιξα έναν εκδοτικό οίκο στην Κολομβία, αν έβρισκα κάποιον σύγχρονο Έλληνα συγγραφέα θα μου άρεσε πολύ να εκδώσω το βιβλίο του.

8) Πριν δυο μέρες ανέφερες ότι τα ελληνικά, σου ακούγονται πολύ οικεία. Σου πέρασε ποτέ απ το μυαλό να μάθεις ελληνικά;

Όταν σπούδαζα φιλοσοφία,  έκανα κάποια μαθήματα αρχαίων ελληνικών στο πανεπιστήμιο, όμως εγώ σπούδασα φιλοσοφία μόνο για ένα χρόνο. Έτσι, ό, τι έμαθα πριν από 40 χρόνια, ήταν στην πραγματικότητα ένα τίποτα. Στην Κολομβία  δε μας  διδάσκουν ούτε ελληνικά ούτε λατινικά στο σχολείο. Ο γιος μου που σπούδασε στην Ιταλία, στο κλασικό λύκειο, παρακολούθησε μαθήματα και ελληνικών και λατινικών. Απλά ξέρω ότι υπάρχουν πολλές λέξεις  που οι ρίζες τους χτίζονται με τα ελληνικά και αυτό σου δίνει  μια ωραία και ταυτόχρονα πολύ περίεργη εντύπωση. Συνήθως είναι λέξεις που στα ισπανικά ακούγονται με μεγαλύτερο στόμφο ενώ εδώ είναι απλές και καθημερινές .Η έξοδος για παράδειγμα, είναι ένα σημαντικό βιβλίο της Αγίας Γραφής, και εδώ είναι απλώς η πόρτα από την οποία βγαίνεις. Ή οι τοπικές πτήσεις, εδώ λέγονται εσωτερικές. Σου δίνει την εντύπωση πως πρόκειται για ένα ταξίδι προς αναζήτηση του εαυτού σου.  Όταν ζητάω μια μπύρα μικρή, δηλαδή μικρού μεγέθους, νιώθω ότι χρησιμοποιώ μια λέξη που μετράει ιχνοποσότητες.  Και καθώς η φωνητική είναι παρόμοια με αυτά τα ανοιχτά φωνήεντα, έχει κανείς την εντύπωση ότι δεν άκουσε καλά και ότι θα μπορούσε να καταλάβει τέλεια τα πάντα.

Μετάφρασή από το : mimundogriego.com

Φωτογραφίες: Juanita la Quejica

30 Jun

 Hector Abad Faciolince: “Nadar en el mar griego es un sueño completo”.

Se puede leer la traducción de este texto en griego, aquí.

El escritor colombiano Héctor Abad Faciolince, autor del libro más leído en Colombia, “El olvido que seremos”, estuvo en Atenas hace unos días para presentar al público ateniense, durante la ceremonia de inauguración del festival LEA,  la publicación de este mismo libro en griego.

En este, narra cómo un médico y profesor universitario es asesinado por grupos paramilitares colombianos en 1987; veinte años después, su hijo, convertido ya en escritor, cuenta su historia, que no es la de un asesinato, sino la de un hombre excepcional, un humanista, un médico entregado a la salud pública, un padre de familia entrañable y ejemplar, que combina las virtudes públicas con las privadas. Una historia de amor entre un padre y un hijo, antítesis, en cierto modo, de la “Carta al padre” de Franz Kafka, pues no es reflejo de una relación de conflicto, suspicacia y odio, sino de amistad, amor y confianza. Resulta más fácil escribir sobre un personaje perverso que sobre un personaje bondadoso y Héctor Abad lo consigue en esta obra magnífica sin caer en sentimentalismos. El libro ha sido traducido al griego por Titina Sperelaki y publicado por Ediciones Patakis.

Estoy segura de que ustedes van a disfrutar tanto como yo, sus respuestas  en las preguntas que le dirigí.

1) No quiero insistir mucho con preguntas sobre tu libro “El olvido que seremos” porqué como tú también lo has dicho, se ha hablado mucho de él en el Festival Lea, no solo de este año, sino también del año pasado. Lo que yo quiero saber es ¿cómo te sientes tú, teniendo este éxito en un país tan lejano y tan diferente que el tuyo?

Todavía no sé si es un éxito, pero tienes razón en que la sola salida en el idioma griego, de alguna manera, es un éxito. Como ya ha habido traducciones en países tan distintos a Colombia, desde Portugal hasta Rumania, lo que siento es como la confirmación de que las familias se parecen. El amor filial es algo que se puede sentir en cualquier cultura. Una historia como de amor y de dolor no es nunca extraña. Entonces no me resulta tan raro porque las historias de familia y de amor son muy comprensibles. Todavía no he tenido la experiencia de una traducción de este libro en  el lejano Oriente. Eso me intrigaría mucho más. Me intrigaría saber si las familias japonesas o coreanas  o chinas pueden entenderlo pero conociendo algo de literatura griega y conociendo un poco a los griegos creo que no hay ninguna dificultad cultural para entenderlo y para entendernos en general.
2) ¿Cuéntanos un poco de tus otros libros. ¿Has escrito otro libro autobiográfico? ¿Has vivido otra vez este sentimiento de liberación después de terminar un libro?

No, esta es mi única novela sin ficción. Un libro en el que todo es verdad, incluso los nombres de las personas tampoco están cambiados. Digamos que en todas mis otras novelas hay una  fuente en la experiencia y en lo vivido pero eso está acomodado a ciertas reglas de la novela, de la simetría, de la historia y de los mismos personajes que me conducen hacía sitios que yo no sé. En este sentido, no, este es un libro especial y único y además irrepetible. No quisiera repetir porqué es un fruto de una experiencia dolorosa y trágica y ojalá uno no tuviera que vivir nada así de trágico para escribir un libro. Prefiero una vida más tranquila y mejor que un libro, aunque sea bueno, originado en un hecho doloroso.


3) ¿Tienes aficiones? ¿Qué es lo que te fascina hacer cuando terminas tu jornada de escritor?

Lo que más me gusta hacer a mí, son cosas muy simples que afortunadamente he podido hacer en Grecia. Es caminar sin saber muy bien en que rumbo y nadar. Aquí pues, desde que estoy en Atenas, he ido a nadar varias veces. Siempre ando con mis gafitas para nadar y mi traje de baño. Nadar en el mar griego es un sueño completo. He pasado muchas veces mis vacaciones en el Caribe, pero el mar de Grecia es el mar más bonito que yo conozco, sin duda. E incluso en una ciudad tan grande como Atenas, en media hora en taxi, encuentro que la playa es muy limpia y muy bonita y el agua es cristalina. Hasta puedo ver pececitos que se mueven por ahí, algo que ecológicamente es un signo muy bueno. Además, es delicioso con el calor que hace afuera, meterse en esta agua fría y hacer ejercicio; es algo que no me cansa.
Tanto la natación como la caminata tiene la ventaja de que hay un ritmo de paso. Y hay un ritmo de la abrazada y de las patadas que para mí evoca mucho la poesía y la escritura. La escritura tiene que tener un ritmo. De hecho, muchos de los poetas que yo más admiro, eran grandes caminantes. Dante tuvo que haber sido caminante y de hecho su comedia empieza como una caminata. Borges era un gran caminante, no sé los hábitos privados de muchos poetas griegos pero me imagino que ellos deben de haber sido caminantes. Bueno, aquí inventaron la escuela peripatética, ¿no?
4) A causa de las series estadounidenses, nosotros los griegos hemos formado una idea de Colombia basada en la producción y la circulación de drogas. Me imagino que también ustedes los colombianos habrán creado una imagen de Grecia que no es exactamente la real que has visto aquí, y que me interesaría saber a qué se parece más o menos. ¿Qué opinas de estos  estereotipos sobre las diferentes nacionalidades?

La idea de Grecia se mezcla. Por un lado está la idea que corresponde a la antigüedad, entonces es una idea de la Grecia clásica, del nacimiento de la democracia, del nacimiento de filosofía, de la belleza de Praxíteles y de la escultura etc. Es una imagen que aquí vengo y confirmo porque existe. Luego hay una idea del siglo veinte que es, millonarios como dueños de barcos o que hacen barcos como por ejemplo Onasis, Niarchos, etc. que se casan con mujeres bonitas alrededor del mundo, una idea muy marina. En el mundo actual, como yo he vivido en Italia, he tenido la idea del mar. Yo he sido traductor y traduje unos cuentos de Lampedusa y hay un cuento que se llama Nikeia y es como sobre el mar y las sirenas y eso me influye mucho cuando estoy nadando. Estoy pensando en este viejo cuento que traduje y en las historias del mar.
Lo más reciente, lo último, es la crisis económica, las elecciones, el referéndum, las protestas, un cine incendiado con un banco al lado, y la permanente discusión sobre si Grecia tiene la culpa o no de sus deudas, si es porque la gente se jubila muy joven, y los griegos disfrutan mucho de la vida y en cambio los alemanes trabajan y trabajan y trabajan. En lo que se refiere a esa imagen de la Grecia en crisis, noto que, por lo menos este verano, la gente no está triste. Pero por otro lado, también veo mucha gente durmiendo en la calle. Hay otra imagen de la Grecia de hoy que es de muchos muchos refugiados, aunque no he tenido la oportunidad de verlos en Atenas. Me imagino que tendría que ir a las islas cercanas a Turquía o en otro sitio para verlos. Esa parte me perturba mucho, pero es como un demonio que sé que está por ahí pero para mí en este viaje ha sido invisible.
Los estereotipos son una manera de razonar, económica. Es una manera muy humana de razonar que al ser económica es conveniente para la vida diaria. Son estereotipos son útiles porqué te permiten reaccionar rápidamente ante las cosas. Es decir, un estereotipo es que “una culebra es venenosa” y punto. Entonces, ves a una serpiente y de inmediato lo pones en la categoría de las venenosas. Eso da un impulso de huida y no averiguas si la serpiente es venenosa o no. Naturalmente, si tú no vas, y ves el país, lo único que tienes es una especie de neblina dispersa. Si vas al país, todo se concreta de otra manera, hay cosas que el estereotipo tuyo no conoce todavía. No conocía la comida griega, no conocía que el vino griego era tan bueno, yo no sabía cómo era el aceite griego, yo no sabía cómo eran las mujeres griegas, yo no sabía cómo era el perfil griego y lo he visto. Es muy distinto verlo a tener solo nociones teóricas, intelectuales.

5) ¿Qué piensas de los medios digitales de publicación, y no me refiero solamente a los libros sino también en los periódicos, revistas literarias etc ¿Cómo te sientes sabiendo que tu voz puede llegar a todas las esquinas de este planeta a través del internet?

Eso es maravilloso porque cualquiera puede publicar y es muy barato pero al mismo tiempo, eso se ha prestado para que se publiquen muchísimas mentiras, muchísima basura y no haya como unos sitios que respondan por lo que dicen y que logren filtrar lo que es verdad y lo que no es verdad, si podemos saberlo. Al mismo tiempo hay páginas maravillosas, medios digitales maravillosos, nuevas editoriales, nuevas publicaciones. Cuando hay algo nuevo eso siempre trae grandes ventajas y grandes desventajas. Nunca, ningún invento es innocuo. Nunca, ningún invento en sí es todo positivo. Hay cosas que se pierden y cosas que se ganan.

La  vida en las redes sociales, en Twitter, en Facebook, en Instagram etc, lo mismo. Hay cosas muy buenas pero también hay una gran pérdida de tiempo, una especie de estar muy concentrado en uno mismo, lo que te dicen a ti los likes, crees que empiezas solo a seguir a la gente que piensa como tú y eso crea unas burbujas muy dañinas, pero al mismo tiempo hay cosas como Wikipedia que es una maravilla.
No creo que exista realmente la verdad pero sí creo que existe la mentira, la manipulación y creo que hay medios que buscan la verdad con mucha más severidad que otros. No creo que sea lo mismo la ciencia que la charlatanería. Debería haber una institución que pueda pagarles a personas que sean preparadas muy bien, que tienen tiempo, para confrontar los datos. Antes este músculo económico lo daban los lectores, hoy en día, sobre todo en los medios digitales se publican noticias absolutamente falsas sobre ciencia, sobre efectos de las vacunas por ejemplo y  no hay en esos medios un staff que controle de una manera más sólida lo que afirman.
Yo creo que la revolución del internet y de los medios digitales es del tamaño de la invención de la escritura, de la imprenta. Es algo absolutamente revolucionario y maravilloso, pero incluso cuando inventaron la escritura, hay testimonios escritos de poetas que se sabían todo de memoria y decían que la escritura va a acabar con la memoria. Y en eso hay un poco de verdad. Debe de haber muy pocos griegos que se saben todo Homero de memoria. Probablemente antes de la invención de la escritura, muchos más se sabían a Homero de memoria. Y también cuando salió la imprenta, dijeron que eso iba a provocar la pérdida de la lectura reposada, la lectura lenta. No es que yo sea un apocalíptico, o un integrado, pero antes veía solo la maravilla de las posibilidades que abre lo digital: de la posibilidad de que un griego lea la página de un colombiano, y un colombiano la página de un griego, pero con lo que pasó con Tramp, con el Brexit, con la política, veo también una capacidad de manipulación de las redes sociales y de la mentira que allí florece que es compleja. El lector tiene que buscar en un mar muy turbio y confuso, por donde orientarse.
6) ¿Cuál es tu relación con las redes sociales?

Tengo una cuenta en Twitter pero ya no estoy tan activo porque siento que he perdido tiempo, tiempo de lectura, tiempo de lectura lenta, tiempo de libros. Una vez empecé a escribir una novela en Twitter. Escribía un twit al día. Una frase de una novela que iba a tener mil y un tweets. Cuando iba por el tweet 150 ya me aburrí y no quería seguir escribiendo la novela. Una novela se escribe frase por frase pero escribir un tweet al día pierdes el hilo rápidamente. La novela requiere una concentración distinta.

7) Lamentablemente, no hay muchos escritores griegos traducidos en español, sin embargo, ¿Qué piensas de la literatura griega, has disfrutado el libro de algún escritor griego?

Yo llego a la literatura griega siempre muy tarde. La literatura griega a la que yo he llegado ya está filtrada por el tiempo. Seguramente debe haber escritores griegos contemporáneos traducidos pero yo no soy una persona que vive muy pendiente de las novedades de ninguna parte, ni siquiera de España, ni siquiera de Colombia. Entonces no puedo decir que conozca escritores griegos contemporáneos. Lo que conozco es a Kazantzakis que me encanta, conozco a Cavafis, conozco a Ritsos. No conozco colegas míos, quisiera pero no. He leído alguna novela policiaca de Petros Márkaris.  Hace un año, abrí una editorial en Colombia, si yo encontrara un griego contemporáneo me encantaría publicarlo.
8) Hace dos días dijiste que el idioma griego te suena muy familiar. ¿Se te ha ocurrido alguna vez aprender griego moderno, y por qué no lo hiciste?

No, cuando estudié filosofía, tenía clases de griego antiguo pero yo estudié filosofía solamente un año. O sea,  lo que aprendí hace 40 años, fue practicamente nada. En Colombia, no nos enseñan ni griego ni latín en el colegio. Mi hijo que estudió en Italia, en el liceo clásico, sí estudió griego y latín. Solo sé que hay muchísimas palabras, que sus raíces se construyen con el griego y que eso te da una impresión bonita y muy rara. Generalmente son palabras que en español suenan más fuertes y aquí son palabras comunes y corrientes. El éxodo por ejemplo, es un gran libro de la biblia,  y aquí éxodo es la salida, o los vuelos domésticos, aquí esotéricos, tienen el sentido de un viaje al interior. Y si pido una cerveza micro que sea pequeña, y para mí una micro se usa para medir cantidades ínfimas. Y como la fonética se parece, son como vocales abiertas, uno tiene la impresión de que oyó mal y de que podía entenderlo todo perfectamente.

Fotografía: Juanita la Quejica

22 Jun

Juan Villoro: “La conversación es algo que culturalmente viene de Grecia”.

La entrevista de Juan Villoro, está también disponible en el idioma griego aquí.

Hace unos días, Juan Villoro, el ensayista, narrador y periodista mexicano, estuvo en Grecia para presentar la publicación de dos de sus libros en griego. El “Arrecife” y “Los Culpables”. Fue invitado en el festival LEA (Literatura en Atenas) para dar dos charlas frente al público griego.

Con esta oportunidad, le hice unas preguntas, cuyas respuestas, con mucho gusto comparto en esta entrada.

1) En tus  libros sobre fútbol planteas que el fútbol no es más que una metáfora de la vida. ¿Qué lectura podríamos obtener de la sociedad griega a partir de su fútbol?
Aunque nos soy especialista en el fútbol griego,  pienso que cada país tiene una manera especial de relacionarse con el fútbol. Estamos ante la forma de entretenimiento mejor organizada y repartida en el planeta tierra. Es la manera más popular de divertirse de la gente. Para conocer una sociedad de cierta época, es muy importante saber cómo se entretiene la gente. Yo creo que los países dicen bastante de sí mismos a través del fútbol. En Grecia, sin duda alguna, hay una gran pasión por el fútbol. Cuando fueron campeones de Europa se demostró la enorme felicidad que esto les daba, pero al mismo tiempo, Grecia es un país en crisis económica permanente y con una relación muy desigual con el resto de Europa y esto se manifiesta también en el fútbol, no solamente en la capacidad de contratar jugadores que sean los mejor pagados del mundo, sino también en el estilo del juego de los equipos. Yo creo que en general, cuando los equipos griegos participan en la Champions, tienen una actitud de equipos que buscan el heroísmo, de que gane el débil. O sea, se asumen como equipos más débiles. Y por lo tanto, no son equipos muy arriesgados, son equipos reactivos, defensivos, que están esperando que el otro gane, como soldados de Salamina. Están  esperando que un ejército más poderoso pueda ser derrotado por alguien no tan fuerte.

Yo creo que eso revela bastante la posición geopolítica que Grecia tiene en Europa, no podría ser de otra manera porque el fútbol suele ser un espejo de la fuerza de una sociedad. En ocasiones es un espejo que expresa los ideales de esa sociedad. Por momentos el fútbol argentino ha sido muy superior a la economía argentina o el fútbol brasileño a la economía brasileña. Es un espejismo de un país futuro. Francia del mundial de 1998 dio una imagen de una Francia ideal, el país que promulgó los derechos del hombre, un país de multiculturalidad incluyente, pero es más un país ideal que un país real. Entonces la relación de los países con el fútbol es muy interesante porque a veces se acercan mucho a lo que es la típica contundencia machacadora de Alemania, o la debilidad de otros países que no tienen la misma fuerza.

2) Crees que ¿el poder puede utilizar al fútbol para manipular a las masas?
Desde luego y está muy comprobado. En Italia que es un país con una larguísima tradición cultural, Silvio Berlusconi, logró ganar la presidencia después de tener gran prestigio como propietario del club Milán que le ha ganado prácticamente todo en Europa y además, utilizó un lema futbolístico de la selección italiana para su partido que fue “forza Italia”. Entonces vemos que si esto puede pasar en Italia, pues con más razón puede pasar en otros países. En los países socialistas el fútbol fue muy manipulado. En  Yugoslavia, Milosevic era prácticamente quien decidía que pasara en el “Estrella Roja”. En México los políticos buscan acercarse a la selección nacional o a las principales figuras para tener mejor crédito ante la gente.  Es muy común que el fútbol siendo la industria del espectáculo más importante del mundo, trate de ser aprovechado por la gente. Vemos  en Barcelona por ejemplo, los políticos Independentistas que han asociado al club con el independentismo, lo cual es un poco absurdo porque si  el Barcelona pertenece a un país distinto ya no va a poder jugar en la liga española y se va a perder el enorme placer de enfrentarse al súper odiado Real Madrid, pero bueno, estas contradicciones pasan por razones políticas.

3) Dices que los hinchas en México no son violentos, sin embargo, la violencia está presente en muchos aspectos de la vida en México. ¿Pudiéramos encontrar alguna raíz cultural en la violencia actual en México que se pueda asociar con las “guerras floridas” por ejemplo, o con la relación que tenían las antiguas civilizaciones con la muerte?
Es una pregunta muy compleja y muy interesante. El aficionado mexicano suele ser bastante pacifico, entre otras cosas porque no está muy acostumbrado a la victoria. Nosotros sabemos que si México juega contra otro país lo más probable es que pierda o que, en el mejor de los casos, empate. No tenemos muy buenos recuerdos como selección. Nuestros equipos son muy inestables, entonces el equipo que gana un torneo (nuestros torneos son torneos cortos que duran menos de seis meses) difícilmente gana el siguiente torneo. Incluso, los aficionados del equipo campeón, esperan que su equipo no gane la siguiente temporada. Esto provoca que el aficionado mexicano tenga una relación muy frecuente con la derrota y con la frustración. Por lo tanto, considera que lo más divertido del fútbol es la fiesta misma: el público, la comida que ahí se sirve, los gritos de ingenio en la tribuna, los disfraces que te pones para asistir… Es un gran Carnaval, en donde los espectadores nos disfrutamos más a nosotros mismos de lo que disfrutamos los resultados, ya que los resultados no siempre caen en nuestro favor. Entonces, en general, el fútbol mexicano es pacífico pero esta idea ha sido modificada por escenas de violencia en distintos estadios mexicanos. La violencia ya ha florado. Esto demuestra una vez más, que un estadio es un espejo acrecentado de la sociedad. Es como esos espejos que hay en las ferias, cóncavos o convexos, que te hacen ver más delgado y más alto o más bajo y más gordo distorsionando un poco la realidad. Así son los estadios de fútbol. Lo que pasa fuera de ellos, en la sociedad, ahí se refleja de una manera exagerada. Si en la sociedad hay racismo, en el estadio esto estalla como un enorme problema. Así que la violencia mexicana, ya termina pasando por los estadios.

Efectivamente, México es un país muy violento. Durante los últimos 10 años ha habido casi 200 mil muertes violentas y cerca de 50 mil desaparecidos. En el año de 2016, se calculó que cada mes fueron encontradas 500 personas en fosas comunes. Es algo terrible. México es una gran necrópolis donde mucha gente tiene una tumba sin nombre y es una tumba colectiva. Los periodistas que investigan la violencia, reciben amenazas a su vida. En esta situación de violencia provocada por el narcotráfico, uno se pregunta cuál es el sentido de la vida, y lo que tú dices respecto al pasado mexicano, de la “guerra florida” y de los sacrificios humanos, es muy interesante para hacer una comparación. En mi novela “Arrecife” que se ha publicado en Grecia, yo hablo del tema de la violencia en México. La novela se ubica en un hotel en donde hay programas de entretenimiento que tienen que ver con el peligro. El ser humano necesita cierta adrenalina y por eso practica deportes extremos, colecciona arañas venenosas, bebe una copa de más o toma ciertas drogas que pueden hacerle daño. Estos estímulos exagerados sacuden al ser humano y yo quería investigar sobre este tema que está dominando México.
Todo esto ocurre en un hotel que se llama “La Pirámide” y que se ubica en la Riviera Maya, la antigua región de los grandes constructores de pirámides pero que también hacían sacrificios humanos. Era una civilización muy sanguinaria desde la perspectiva contemporánea.
Ahora bien, a nosotros nos puede parecer muy irracional que alguien mate a una persona para obtener un beneficio cósmico. De la otra parte debemos comprender la concepción que los mayas tenían del universo: ellos tenían que pacificar una serie de Dioses, exigentes, compulsos, que les pedían lo más valioso a cambio de no desatar tormentas, sequías, huracanes, plagas, grandes enfermedades etc. Los Mayas vivían en un horizonte precario, muy amenazado, y para salvarse de esto consideraban que tenían que dar algo de sí mismos. Algo que fuera muy valioso y que a ellos les doliera mucho dar. Eso significa que ellos no ofrendaban la vida porque la despreciaban, sino que precisamente porque amaban tanto a esas personas tenían que ofrecerlas a cambio de que no se destruyera el universo. Todo esto a lo mejor nos parece absurdo, pero respondía en la lógica. Respondía a una economía de supervivencia en donde si tú les das a los Dioses a una doncella, probablemente va a llover cuando lo necesitas o no va a llover tanto cuando eso es una desgracia. Los mayas eran una civilización muy rigurosa moralmente. Eran muy severos respecto al asesinato y al robo por ejemplo. El sacrificio humano era esta ofrenda que los lastimaba.
Si tú comparas esto que nos puede parecer irracional desde el punto de vista de dar a alguien vivo para que muera, al mismo tiempo, esto nos puede parecer lógico porque hay una causa y un efecto. En cambio en México de hoy en día, ¿qué causa tienen las muertes? ¿Qué estamos ganando con esto? Es totalmente gratuito. O sea, no hay nada que conquistar, con 200 mil muertos. La vida,  simple y sencillamente, como dice una canción mexicana,  no vale nada. Estamos nosotros en un deterioro social terrible en donde se mata cualquier persona, pensando que es desechable. Además estamos viendo que los periodistas que quieren investigar esta situación también son asesinados. Es un momento muy difícil para México.

4) Grecia, aunque se considera “la cuna de la democracia” ella se pone en duda todos los días. En México sucede algo parecido. ¿Crees que nos parecemos en algo?

Hay muchas similitudes entre Grecia y México y  una de ellas es la insatisfacción por la democracia que yo creo que para nosotros es más un anhelo que una realidad. La democracia creo que pertenece más al deseo de una sociedad equitativa y no a la forma a la que se ejerce.

En México tuvimos el mismo partido en el poder durante 71 años. Costó mucho trabajo que tuviera una alternancia democrática y ganara otro partido. Costó trabajo tener elecciones confiables, pero una vez que eso sucedió, los otros partidos políticos se comportaron de forma muy parecida al PRI que había gobernado durante tantos años.
La democracia en México se ha convertido en una gran oportunidad para que los partidos hagan negocios, para que la élite cercana al poder domine los recursos económicos. Los escándalos por ejemplo de corrupción que uno ve en España son graves pero los niveles de corrupción no son tan grandes. México es realmente un anti modelo de democracia hasta ahora. En España por ejemplo es posible formar un partido político siempre y cuando se cumplen requisitos mínimos. En México, para presentar un candidato independiente es complicadísimo. Hay que presentar más de un millón de firmas en 17 estados distintos del país en un plazo de un año y medio. Es decir, solo quien ya tiene una organización muy establecida puede cumplir con estos requisitos. Hay muchas barreras para la participación ciudadana en la política. Entonces es una democracia con muchos impedimentos.
Se parece a Grecia en que los políticos no representan la voluntad del pueblo, sino que son intermediarios. Se benefician de su relación con el poder. Ser político pertenece a una élite que está lejos de la gente. Dice representarla pero en realidad, hace lo que quiere. Incluso tú puedes votar por un candidato que luego cambia de postura una vez que gana. Esto es una democracia representativa, no es una democracia directa. Si fuera directa, los votantes llamarían a cuenta a quien está haciendo una política que es la contraria a la que dijo defender.

5) En tu obra aparecen siempre elementos provenientes de varias partes de este planeta. ¿A qué se debe este universalismo tan obvio?
Vivimos en una sociedad globalizada en donde hay signos y símbolos de muchas culturas. La cultura mexicana estuvo muy obsesionada consigo  misma durante mucho tiempo  y fue una cultura muy nacionalista. Yo creo que la riqueza de México se encuentra precisamente en  que tiene muchas comunidades indígenas, tiene la cultura española, tiene la cultura moderna de México independiente, una cercanía con los Estados Unidos que ha creado una especie de cultura Tex Mex en donde hay mucha influencia recíproca. También México es un país que está abierto al mundo. Un mexicano hoy en día, está conectado a la red, así tiene su realidad inmediata, vernácula, y además contacto con cosas que pasan lejos. Yo creo que una de las cosas más ricas es el poder entrar en contacto con otras culturas y otros idiomas. Paradójicamente, esto nos lleva como la odisea, a “volver a casa”. Pero a volver a casa de otra manera. Para conocerte a ti mismo, muchas veces necesitas dar un rodeo por los otros. A mí esto siempre me ha parecido muy interesante. Algunos de los cuentos que he escrito tienen que ver con mexicanos que viajan. Viajan sobre todo al interior de sí mismos. Es decir, al estar en el extranjero les permite descubrir algo de lo que ellos son.

6) Borges, que si no me equivoco, es tu escritor preferido, dijo en algún momento: “Todos somos griegos en el exilio” ¿Qué te parece esta frase?
Borges dijo cosas muy hermosas sobre Grecia, y desde luego es infinito lo que se le debe a esta civilización. Incluso cosas que damos por sentadas, como el arte de conversar. Dice Borges que viene de unos griegos que decidieron que la manera de entenderse era la conversación y no necesariamente estar de acuerdo sino discrepar, aplazar, comprender que el otro pueda tener razón. Se refiere posiblemente  a los diálogos de Platón y a lo que nos ha llegado de las conversaciones de la Grecia clásica. No hay muchos testimonios de otras civilizaciones donde la gente esté conversando de esta manera, explorando ideas, dudando, posponiendo certezas. Tan solo eso es una de las cosas más ricas que podemos practicar todavía. La conversación es algo que culturalmente viene de Grecia. De Grecia vienen también muchas otras ideas, como por ejemplo la de la democracia y  la idea de la condición humana. El hombre que puede estar solo frente a los dioses. Es decir, Héctor enfrentándose a Aquiles. Héctor sabe que es un hombre, la condición fatal de ser hombre.

7) ¿Hay algún escritor griego que estimas?

Fíjate que mi generación creció leyendo mucho a poetas griegos. Elitis Cavafis, Yanis Ritsos, Seferis.
En lo personal, yo escribí una novela, ” el testigo”, que tiene  un epígrafe de Cavafis que me gusta muchísimo. Hemos tenido la suerte de tener muy buenos traductores del griego al español en México. Ha habido una larga tradición de helenistas, comenzando por Alfonso Reyes y siguiendo por gente como Jaime García Terrés que fue embajador de México en Grecia, el propio Octavio Paz que no hablaba griego pero tenía amigos griegos y se acercó mucho a la poesía griega. Estos poetas han sido decisivos no solo para mí, sino para mi generación.
Un libro que no es un libro griego pero es un libro de homenaje a Grecia que leímos apasionadamente los escritores de mi edad, fue el Coloso de Marusi de Henri Miller. Es un libro sobre Grecia, su estancia aquí y es una gran celebración de la cultura griega.

8) En uno de tus famosos tuits, escribiste: Hablamos mucho más griego de lo que imaginamos. ¿Se te ha ocurrido alguna vez aprender griego, y por qué no lo hiciste?
Me gustaría muchísimo. Mira, a mí me gusta mucho aprender idiomas, y desde luego que el griego sería uno de ellos pero lo más divertido sería aprenderlo viviendo aquí.
Me atraen mucho dos lenguas muertas y dos lenguas vivas. Me atrae mucho el latín y el maya y me atrae mucho el ruso y el griego. Yo hablo varias lenguas, todas bastante mal pero esas cuatro me atraen muchísimo y ojalá la vida me dé para aprender una de ellas. Además es una buena gimnasia mental aprender un idioma. A medida que se te van olvidando las cosas, dicen que si aprendes un idioma puedes tener mayor retentiva.
Fotos: Juanita la Quejica

08 Jun

Creta: 3 razones para visitarla

La revista digital ABC.es,  publicó el año pasado un artículo sobre las tres cosas que hacen que una visita en la isla de Creta es imprescindible para cada viajero.  Creta es más que una de las 6.000 islas griegas, es un universo lleno de sorpresas que llaman al visitante a descubrirlas.

1. Por sus parajes

El primero de los motivos por los que visitar Creta son sus playas. Esto es algo obvio, ¿no? Creta es la isla más grande de Grecia y, pese a que sus playas no son excesivamente grandes, no debes dejar de visitar la playa de Balos. Para acceder a ella, hay que caminar unos 45 minutos por un camino de tierra (¡y cabras!), pero debe de merecer la pena cuando todo el que la ha visitado la considera la mejor playa del país. Otro paraje que no debes dejar pasar es la Garganta de Samaria. Se trata de una ruta de senderismo de 15 kilómetros que suben a más mil metros de altitud, por lo que es una opción solamente apta para los más valientes.

2. Por sus yacimientos arqueológicos y las leyendas que los rodean

El yacimiento más famoso de Creta es el Palacio minoico de Knossos, erigido en el año 2000 a.C. Este es, según cuentan, donde se ambienta el mito del Laberinto del Minotauro. Y es que Creta es el lugar donde se ambientan las leyendas acerca de Zeu. Quienes han visitado los más de 10 yacimientos arqueológicos de Creta coinciden en que a estos los envuelve un halo de misterio y un gran peso en la historia de Grecia que es lo que los hace tan especiales.

3. Por su comida

Se dice que la comida cretense es la comida de los Dioses. Y no es para menos: en esta isla encontraréis un sinfín de restaurantes que ofrecen platos elaborados a base de verduras, carnes y pescados; todo ello sazonado de las mejores hierbas aromáticas típicas de la región. El queso tampoco falta nunca en la gastronomía de Creta. Si terminamos nuestras comidas con el tradicional raki, un aguardiente típico de la isla que los griegos ofrecen como símbolo de amabilidad, tendremos el completo.

No pierdas tiempo, ¡Creta te está esperando!

Fuente: abc.es

24 May

YouGoCulture: visitas guiadas virtuales en la cultura griega

YouGoCulture.com es una plataforma creada en Grecia y diseñada para el mundo, una iniciativa del departamento E-learning de la Universidad Capodistriaca de Atenas (ΕΚΠΑ).

Εl programa e-learning de la Universidad Capodistriaca de Atenas viene a presentarnos una guía turística innovadora; una plataforma digital, interactiva que ofrece visitas guiadas virtuales a varios destinos del territorio griego.

La plataforma YouGoCulture.com, ha empezado su misión con la captura del encanto de ciertos destinos de belleza única  de Peloponeso y de Ática. Nueve destinos (Mesina Antigua, Olimpía Antigua, Micenas, Epidauro, Mistras, el Centro Histórico y Metropolitano de Atenas, Sunio, Maratón y Eleusis), centenas de puntos de interés (monumentos, actividades, museos, ciudades, pueblos), decenas de horas de vídeo, entrevistas, miles de fotografías, es solo el inicio de un proyecto que aspira convertirse en un canal de comunicación con el público internacional a través de la lengua global de la cultura.

Los pasos pendientes para el desarrollo de la plataforma es, no solo añadir nuevos destinos, Knossos, Festos, y Eleftherna, Gortina, Creta, Delos y Delphi, sino también enriquecer con material adicional, los ya existentes.  Sin embargo, para que la YouGoCulture continue su crecimiento y enriquecimiento con nuevos destinos, pide la ayuda del público empleando el crowdfunding.

Fuente: ΑΜΠΕ