02 Jul

Χουάν Βιγιόρο: «Tο ποδόσφαιρο είναι συνήθως ένας καθρέφτης της δύναμης μιας κοινωνίας».

Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη στα ισπανικά εδώ.

Πριν από μερικές μέρες βρέθηκε στην Ελλάδα ο Χουάν Βιγιόρο, μεξικανός συγγραφέας, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, σεναριογράφος, μουσικός παραγωγός, μεταφραστής, και πολλά άλλα.

Προσκεκλημένος του Φεστιβάλ, ΛΕΑ (Λογοτεχνία εν Αθήναις), παρουσίασε στο αθηναϊκό κοινό δύο από τα βιβλία του που μόλις κυκλοφόρησαν στα ελληνικά: «Ο ύφαλος» από τις εκδόσεις Φιλύρα και «Οι ένοχοι» από τις εκδόσεις Κουκίδα, μίλησε για την πατρίδα του το Μεξικό και ήταν παρών στο εργαστήριο συλλογικής μετάφρασης δύο διηγημάτων του, που διοργάνωσε το Αbanico.

Με την ευκαιρία αυτής της επίσκεψης, κατάφερα να του κάνω κάποιες ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας σ’ αυτή τη δημοσίευση.

1) Στα βιβλία σου παρουσιάζεις το ποδόσφαιρο σαν μια αλληγορία της ζωής. Τι ερμηνεία θα μπορούσαμε να δώσουμε για την ελληνική κοινωνία μέσα απ’ αυτό;

Παρόλο που δεν είμαι ειδικός στο ελληνικό ποδόσφαιρο, πιστεύω πως κάθε χώρα έχει ένα ξεχωριστό τρόπο να συνδέεται με το ποδόσφαιρο. Πρόκειται εξάλλου για την πιο οργανωμένη και πιο διαδεδομένη μορφή ψυχαγωγίας στον πλανήτη μας. Είναι ο πιο δημοφιλής τρόπος διασκέδασης. Πιστεύω πως κάθε χώρα φανερώνει πολλά για τον εαυτό της μέσα απ’ το ποδόσφαιρό. Χωρίς αμφιβολία, η Ελλάδα έχει μεγάλο πάθος γι’ αυτό το άθλημα, το απέδειξε εξάλλου με τους πανηγυρισμούς της όταν κέρδισε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Ταυτόχρονα όμως, η Ελλάδα είναι και μια χώρα σε διαρκή οικονομική κρίση και μάλιστα σε μια πολύ άνιση σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη και αυτό φαίνεται και στο ποδόσφαιρό της. Όχι μόνο στην αδυναμία της να αποκτήσει τους πιο καλοπληρωμένους ποδοσφαιριστές του κόσμου, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο παίζουν οι ομάδες. Πιστεύω πως γενικά, όταν οι ελληνικές ομάδες συμμετέχουν στα πρωταθλήματα, έχουν τη συμπεριφορά των ομάδων που κυνηγούν ηρωισμό. Συμπεριφέρονται, δηλαδή, ως ομάδες αδύναμες και γι’ αυτό δεν είναι πολύ ριψοκίνδυνες, αντιδρούν εκ των υστέρων, η στάση τους είναι αμυντική και περιμένουν τη νίκη σαν τους στρατιώτες της Σαλαμίνας. Περιμένουν πως ένας στρατός πιο ισχυρός θα μπορούσε να ηττηθεί από κάποιον όχι και τόσο δυνατό.

Πιστεύω πως αυτό λέει πολλά για τη γεωπολιτική θέση που η Ελλάδα κατέχει στην Ευρώπη, και δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς γιατί το ποδόσφαιρο είναι συνήθως ένας καθρέφτης της δύναμης μιας κοινωνίας. Σε κάποιες περιπτώσεις αντικατοπτρίζει και τα ιδανικά της. Σε κάποιες εποχές, το αργεντινό ποδόσφαιρο ξεπέρασε κατά πολύ την οικονομία της Αργεντινής, ή το ποδόσφαιρο της Βραζιλίας ξεπέρασε αντίστοιχα την οικονομία της. Είναι ο αντικατοπτρισμός μιας χώρας του μέλλοντος. Η Γαλλία στο Μουντιάλ του 1998, έδωσε την εικόνα μιας ιδανικής Γαλλίας, της χώρας που εξύμνησε τα δικαιώματα του ανθρώπου, μιας χώρας πολυπολιτισμικής, όμως αυτό αντιστοιχεί σε ένα είδωλο παρά σε μια πραγματικότητα. Έτσι λοιπόν, η σχέση των χωρών με το ποδόσφαιρο έχει αρκετό ενδιαφέρον γιατί άλλες φορές πλησιάζουν αρκετά στο σαρωτικό σθένος της Γερμανίας και άλλες την αδυναμία χωρών που δεν έχουν την ίδια ισχύ.

2) Πιστεύεις πως η όποια εξουσία μπορεί να χρησιμοποιήσει το ποδόσφαιρο για να χειραγωγήσει τις μάζες;

Φυσικά, και αυτό είναι εξακριβωμένο. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, μια χώρα με μεγάλη πολιτιστική παράδοση, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, κατάφερε να κερδίσει την προεδρία μετά από το μεγάλο κύρος που απέκτησε ως ιδιοκτήτης της Μίλαν. Επιπλέον, χρησιμοποίησε ένα ποδοσφαιρικό σύνθημα της εθνικής Ιταλίας για το κόμμα του, το “Forza Italia”. Βλέπουμε λοιπόν πως αν αυτό μπορεί να συμβεί στην Ιταλία, τότε λογικά μπορεί να συμβεί και σε άλλες χώρες. Στη Γιουγκοσλαβία ο Μιλόσεβιτς ήταν αυτός που ουσιαστικά αποφάσιζε για το τι θα συμβεί με τον «Ερυθρό Αστέρα». Στο Μεξικό οι πολιτικοί προσπαθούν να πλησιάσουν την εθνική ομάδα ή τους σημαντικότερους παίκτες της για να αποκτήσουν μεγαλύτερη δημοτικότητα. Είναι σύνηθες το ποδόσφαιρο να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης αφού είναι η πιο σημαντική έκφραση της βιομηχανίας του θεάματος. Βλέπουμε για παράδειγμα στη Βαρκελώνη ότι οι πολιτικοί που τάσσονται υπέρ της ανεξαρτησίας, έχουν συνδέσει την ποδοσφαιρική ομάδα με την ανεξαρτησία, κάτι που είναι εντελώς παράλογο γιατί αν η Barçaκαταλήξει να ανήκει σε διαφορετική χώρα, δεν θα μπορέσει να ξαναπαίξει στο ισπανικό πρωτάθλημα κι έτσι θα χάσει τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει την τόσο μισητή Real Madrid. Όλα αυτά όμως γίνονται για πολιτικούς λόγους.

3) Λες ότι οι φίλαθλοι στο Μεξικό δεν είναι βίαιοι. Παρόλα αυτά η βία είναι παρούσα σε πολλές πτυχές της μεξικανικής ζωής. Θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε κάποια πολιτισμική ρίζα στη σημερινή βία που μαστίζει το Μεξικό και να τη συσχετίσουμε με τις μάχες που διεξάγονταν για τη σύλληψη αιχμαλώτων με σκοπό την ανθρωποθυσία ή με την αντίληψη για το θάνατο που είχαν οι αρχαίοι λαοί;

Αυτή είναι μια πολύ σύνθετη, αλλά συνάμα πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Ο μεξικανός ποδοσφαιρόφιλος συνήθως είναι αρκετά ειρηνικός, μεταξύ άλλων γιατί δεν είναι πολύ συνηθισμένος στη νίκη. Γνωρίζουμε πως αν το Μεξικό παίζει με κάποια άλλη χώρα, το πιο πιθανό είναι να χάσει ή στην καλύτερη περίπτωση να ισοφαρίσει. Δεν έχουμε πολύ καλές αναμνήσεις σαν εθνική ομάδα. Οι ομάδες μας είναι πολύ ασταθείς και όποιος κερδίσει το πρωτάθλημα -τα πρωταθλήματά μας είναι μικρής διάρκειας, διαρκούν λιγότερο από έξι μήνες- δύσκολα περιμένει ότι θα κερδίσει και το επόμενο. ‘Έτσι ο μεξικάνος φίλαθλος έχει συνηθίσει την ήττα και την απογοήτευση. Γι’ αυτό το λόγο θεωρεί πως το πιο διασκεδαστικό στο ποδόσφαιρο είναι η ίδια η γιορτή: ο κόσμος, το φαγητό που πουλάνε στα γήπεδα, τα συνθήματα που ακούγονται στις κερκίδες, οι μεταμφιέσεις… Είναι ένα μεγάλο πανηγύρι όπου οι θεατές απολαμβάνουμε περισσότερο τον εαυτό μας παρά το αποτέλεσμα, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα υπέρ μας. Παρότι όμως γενικά το μεξικανικό ποδόσφαιρο είναι ειρηνικό, ακόμα και αυτή η άποψη έχει αρχίσει να αλλάζει μετά από διάφορες σκηνές βίας στα μεξικανικά στάδια. Η βία έχει πια ανθήσει. Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι τα στάδια είναι ένας μεγεθυντικός καθρέφτης της κοινωνίας. Είναι σαν εκείνους τους κοίλους και τους κυρτούς καθρέφτες που βλέπουμε στα πανηγύρια, που σε κάνουν να φαίνεσαι πιο αδύνατος και πιο ψηλός ή πιο κοντός και πιο χοντρός, παραμορφώνοντας λίγο την πραγματικότητα. Έτσι είναι και τα γήπεδα, ό,τι συμβαίνει έξω απ’ αυτά, εκεί μέσα αντικατοπτρίζεται με μια δόση υπερβολής. Αν στην κοινωνία υπάρχει ρατσισμός, στο γήπεδο αυτό ξεσπάει σαν τεράστιο πρόβλημα. Έτσι, η βία περνάει και στα μεξικάνικα γήπεδα, τώρα πια.

Είναι αλήθεια ότι το Μεξικό είναι μια πολύ βίαιη χώρα. Τα τελευταία 10 χρόνια έχουν καταγραφεί σχεδόν 200 χιλιάδες βίαιοι θάνατοι και γύρω στους 50 χιλιάδες εξαφανισμένοι. Το 2016, υπολογίστηκε ότι κάθε μήνα ανακαλύπτονταν 500 άτομα σε ομαδικούς τάφους. Είναι φοβερό! Το Μεξικό είναι μια τεράστια νεκρόπολη στην οποία πολύς κόσμος έχει έναν τάφο χωρίς το όνομά του και αυτός ο τάφος είναι ομαδικός. Οι δημοσιογράφοι που κάνουν έρευνες για τη βία δέχονται απειλές για τη ζωή τους. Σ’ αυτή την κατάσταση που έχει προκύψει από το εμπόριο ναρκωτικών, σκέφτεται κανείς ποιο είναι το νόημα της ζωής. Αυτό που λες σχετικά με το μεξικανικό παρελθόν και τις ανθρωποθυσίες είναι πολύ ενδιαφέρον για να γίνει μια σύγκριση.

Στο μυθιστόρημα μου «Ο ύφαλος», μιλάω γι αυτό ακριβώς το θέμα. Το μυθιστόρημα τοποθετείται σε ένα ξενοδοχείο το οποίο διαθέτει προγράμματα ψυχαγωγίας που έχουν σχέση με τον κίνδυνο. Ο άνθρωπος χρειάζεται κάποια δόση αδρεναλίνης και γι’ αυτό ασχολείται με επικίνδυνα σπορ, συλλέγει δηλητηριώδης αράχνες, πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω ή καταναλώνει ναρκωτικά που μπορεί να του κάνουν κακό. Αυτά τα ερεθίσματα ταράζουν τον άνθρωπο κι εγώ ήθελα να κάνω μια έρευνα πάνω σ’ αυτό το θέμα που κυριαρχεί στο Μεξικό. Όλα αυτά συμβαίνουν σ’ ένα ξενοδοχείο που ονομάζεται «Η Πυραμίδα» και βρίσκεται στη Ριβιέρα Μάγια, την περιοχή που χτίστηκαν οι μεγάλες πυραμίδες της αρχαιότητας και που γίνονταν και οι ανθρωποθυσίες. Ο πολιτισμός των Μάγια ήταν αρκετά βίαιος σε σχέση με τις σημερινές αντιλήψεις.

Σε μας φυσικά, μπορεί να φαίνεται παράλογο να σκοτώνεις κάποιον προς όφελος του σύμπαντος. Από την άλλη, θα πρέπει να καταλάβουμε την αντίληψη που είχαν οι Μάγια για το σύμπαν: όφειλαν να κατευνάσουν ένα σωρό από θεούς, απαιτητικούς καταπιεστικούς, που τους ζητούσαν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν για να μην εξαπολύσουν καταιγίδες, ξηρασίες, λοιμούς, επιδημίες κτλ. Οι Μάγια ζούσαν σε έναν επισφαλή κόσμο, απειλούμενο με διάφορους τρόπους, και για να προστατευτούν θεωρούσαν ότι έπρεπε να δώσουν κάτι από τον εαυτό τους.Κάτι πολύτιμο και που θα τους πονούσε πολύ. Πρόσφεραν τη ζωή όχι επειδή την περιφρονούσαν, αλλά ακριβώς επειδή αγαπούσαν τόσο αυτούς τους ανθρώπους, όφειλαν να τους προσφέρουν στους θεούς για να μην καταστραφεί το σύμπαν. Ίσως όλα αυτά να μας φαίνονται τώρα παράλογα, αλλά αντιστοιχούν σε μια λογική. Σύμφωνα με τους νόμους της επιβίωσης αν δώσεις στους θεούς μια νεαρή κοπέλα, ίσως να βρέξει όταν το χρειάζεσαι ή ίσως να μη βρέξει τόσο πολύ όταν αυτό μπορεί να προκαλέσει καταστροφές. Οι Μάγια ήταν ένας λαός πολύ σκληρός σε θέματα ηθικής. Ήταν πολύ αυστηροί σε σχέση με τη δολοφονία ή την κλοπή για παράδειγμα. Η ανθρωποθυσία ήταν ακριβώς αυτή η προσφορά που τους πονούσε.

Αν τώρα συγκρίνεις όλα αυτά, (που ίσως μας φαίνονται παράλογα γιατί παραδίνεις έναν ζωντανό άνθρωπο στο θάνατο, αλλά όμως έχει μια αιτία και ένα αποτέλεσμα) με αυτό που συμβαίνει στο σημερινό Μεξικό, τι λόγο έχουν οι θάνατοι; Τι κερδίζουμε με αυτούς; Είναι εντελώς τζάμπα. Δηλαδή, δεν έχουμε τίποτα να κερδίσουμε με 200 χιλιάδες νεκρούς. Η ζωή απλούστατα, όπως λέει και ένα παλιό μεξικάνικο τραγούδι, δεν αξίζει τίποτα [1] . Βρισκόμαστε σε μια φοβερή κοινωνική παρακμή, όπου ο οποιοσδήποτε μπορεί να αφανιστεί λες και είναι αναλώσιμος. Επιπλέον, οι δημοσιογράφοι που θέλουν να ερευνήσουν την υπόθεση, δολοφονούνται κι αυτοί. Είναι μια πολύ δύσκολη περίοδος για το Μεξικό..

4) Παρόλο που η Ελλάδα θεωρείται «το λίκνο της δημοκρατίας», αυτό καθημερινά αμφισβητείται. Στο Μεξικό, συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Πιστεύεις ότι έχουμε κάποια κοινά στοιχεία;

Υπάρχουν αρκετές ομοιότητες ανάμεσα στην Ελλάδα και το Μεξικό και μια από αυτές είναι η δυσαρέσκεια για τη δημοκρατία η οποία για μας είναι περισσότερο λαχτάρα παρά πραγματικότητα. Ανήκει νομίζω στη σφαίρα της επιθυμίας για μια κοινωνία ισότητας και όχι στον τρόπο με τον οποίο ασκείται η δημοκρατία.

Στο Μεξικό κυβερνούσε το ίδιο κόμμα για 71 ολόκληρα χρόνια. Χρειάστηκε πολύ δουλειά για να καταφέρουμε να οργανώσουμε αξιόπιστες εκλογές και να τις κερδίσει κάποιο άλλο κόμμα. Μόλις όμως τα καταφέραμε, οι πολιτικοί των άλλων κομμάτων είχαν παρόμοια συμπεριφορά με το Ανεξάρτητο Επαναστατικό Κόμμα (PRI).

Η δημοκρατία στο Μεξικό έχει μετατραπεί σε μια μεγάλη ευκαιρία για να δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά τα κόμματα και για να ελέγχει τους οικονομικούς πόρους μια ελίτ που περιβάλλει την εξουσία. Τα σκάνδαλα που βλέπει κανείς στις άλλες χώρες, μπορεί να είναι μεγάλα αλλά τα επίπεδα διαφθοράς δεν είναι τόσο. Το Μεξικό βρίσκεται στην πραγματικότητα στον αντίποδα του δημοκρατικού προτύπου, μέχρι σήμερα. Για να μπορέσει ένας υποψήφιος, για παράδειγμα να κατέβει στις εκλογές θα πρέπει να μαζέψει ένα εκατομμύριο υπογραφές σε 17 διαφορετικές πολιτείες, μέσα σε ενάμισι χρόνο. Μόνο δηλαδή μια πολύ καλά δικτυωμένη οργάνωση μπορεί να τα καταφέρει. Υπάρχουν πολλά εμπόδια στη συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική ζωή του τόπου.

Η ομοιότητα που έχει με την Ελλάδα είναι ότι οι πολιτικοί δεν αντιπροσωπεύουν τη θέληση του λαού, αλλά λειτουργούν ως μεσάζοντες. Μερικές φορές μπορεί να ψηφίσεις κάποιον υποψήφιο και μετά αλλάζει θέσεις μόλις κερδίσει τις εκλογές. Όλο αυτό είναι μια αντιπροσωπευτική και όχι άμεση δημοκρατία. Αν ήταν άμεση, οι ψηφοφόροι θα ζητούσαν το λόγο από αυτούς που ασκούν μια πολιτική αντίθετη με αυτό που υποσχέθηκαν.

5) Στο έργο σου εμφανίζονται συνεχώς στοιχεία προερχόμενα από διαφορετικά μέρη του πλανήτη. Σε τι οφείλεται αυτή τόσο ξεκάθαρη οικουμενικότητα;

Ζούμε σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον στο οποίο υπάρχουν σημάδια και σύμβολα από πολλούς διαφορετικούς πολιτισμούς. Η μεξικανική κουλτούρα είχε μια εμμονή με τον εαυτό της για πάρα πολύ καιρό, ήταν μια κουλτούρα εθνικιστική. Προσωπικά πιστεύω πως ο πλούτος του Μεξικού βρίσκεται ακριβώς στο ότι περιλαμβάνει πολλές κοινότητες ιθαγενών, την ισπανική κουλτούρα, τη μοντέρνα κουλτούρα του ανεξάρτητου Μεξικού, μια εγγύτητα με τις Ηνωμένες Πολιτείες που έχει δημιουργήσει ένα είδος κουλτούρας Tex-Mex στην οποία υπάρχει μια αμφίδρομη σχέση. Επίσης, το Μεξικό είναι μια χώρα ανοιχτή στον κόσμο, ένας σύγχρονος μεξικανός συνδέεται στο διαδίκτυο και έρχεται σε επαφή τόσο με την καθημερινή του πραγματικότητα όσο και με πράγματα που συμβαίνουν μακριά. Νομίζω πως η δυνατότητα της επαφής με άλλες κουλτούρες και γλώσσες είναι από τα πιο όμορφα πράγματα. Παραδόξως, όπως στην Οδύσσεια, αυτό μας οδηγεί ξανά στην πατρίδα. Είναι μια επιστροφή στην πατρίδα με έναν διαφορετικό τρόπο. Για να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του, πολλές φορές πρέπει να περάσει πρώτα από τους άλλους. Εμένα πάντα αυτό μου φαινόταν πολύ ενδιαφέρον. Μερικά από τα διηγήματα που έχω γράψει έχουν να κάνουν με Μεξικανούς που ταξιδεύουν. Ταξιδεύουν κυρίως στον εσωτερικό τους κόσμο. Τα ταξίδια τους στο εξωτερικό τους επιτρέπουν να ανακαλύψουν περισσότερα πράγματα για τον ίδιο τους τον εαυτό.

6) Ο Μπόρχες, που αν δεν κάνω λάθος, είναι ο αγαπημένος σου συγγραφέας, είπε κάποια στιγμή: «Όλοι είμαστε Έλληνες σε εξορία». Πώς σου φαίνεται αυτή η φράση;

Ο Μπόρχες είπε πολλά ωραία πράγματα για την Ελλάδα, και φυσικά είναι απεριόριστα αυτά που οφείλουμε σ΄ αυτόν τον πολιτισμό. Ακόμα και πράγματα που θεωρούμε δεδομένα όπως η τέχνη της συζήτησης. Λέει ο Μπόρχες ότι προέρχεται από κάποιους Έλληνες που αποφάσισαν ότι ο τρόπος για να κατανοήσουν ο ένας τον άλλο ήταν η συζήτηση χωρίς να είναι απαραίτητο να συμφωνούν, αλλά με διαφωνίες, αναβολές, με το να καταλαβαίνουν ότι ο άλλος έχει δίκιο. Προφανώς αναφέρεται στους πλατωνικούς διαλόγους και σε ό,τι άλλο έχει φτάσει σε μας από τις αρχαίες ελληνικές συζητήσεις. Δεν υπάρχουν πολλές μαρτυρίες για άλλους πολιτισμούς που ο κόσμος να συζητούσε με αυτό τον τρόπο, διερευνώντας ιδέες, αμφιβάλλοντας, αναστέλλοντας βεβαιότητες. Ένα από τα πιο ωραία πράγματα που μπορούμε να ασκήσουμε ακόμα. Η συζήτηση, είναι κάτι που πολιτισμικά, προέρχεται από την Ελλάδα. Από την Ελλάδα έρχονται επίσης και αρκετές άλλες ιδέες όπως για παράδειγμα η δημοκρατία αλλά και η ανθρώπινη υπόσταση. Ο άνθρωπος μπορεί να βρεθεί μόνος απέναντι στους θεούς, όπως για παράδειγμα ο Έκτορας που αντιμετωπίζει τον Αχιλλέα. Ο Έκτορας γνωρίζει ότι είναι άνθρωπος, γνωρίζει την θνητή υπόσταση του ανθρώπου.

7) Υπάρχει κάποιος Έλληνας συγγραφέας που προτιμάς;

Η γενιά μου μεγάλωσε διαβάζοντας αρκετά Έλληνες ποιητές, όπως ο Ελύτης, ο Καβάφης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Σεφέρης. Προσωπικά, έχω γράψει ένα μυθιστόρημα, το El testigo [2] που έχει μια αναφορά στον Καβάφη ο οποίος μου αρέσει πολύ. Έχουμε την τύχη να έχουμε στο Μεξικό πολύ καλούς μεταφραστές από τα ελληνικά στα ισπανικά. Υπάρχει μια μεγάλη παράδοση ελληνιστών, ξεκινώντας από τον Alfonso Reyes, και συνεχίζοντας με τον Jaime García Terrés που ήταν πρέσβης του Μεξικού στην Ελλάδα, καθώς επίσης και με τον ίδιο τον Octavio Paz, που παρόλο ότι δε μιλούσε ελληνικά, είχε Έλληνες φίλους και ήρθε πολύ κοντά στην ελληνική ποίηση. Όλοι αυτοί οι ποιητές έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, όχι μόνο σε μένα, αλλά και σε ολόκληρη τη γενιά μου.

Ένα βιβλίο που διαβάσαμε με πάθος οι συγγραφείς της γενιάς μου δεν είναι ελληνικό, αλλά είναι ένας φόρος τιμής στην Ελλάδα, είναι ο Κολοσσός του Μαρουσιού του Χένρι Μίλλερ. Είναι ένα βιβλίο για την Ελλάδα, για την παραμονή του εδώ και γενικότερα είναι ένας εγκωμιασμός του ελληνικού πολιτισμού.

8) Σε μια από τις δημοφιλείς δημοσιεύσεις σου στο twitter έγραψες: « Μιλάμε πολύ περισσότερα ελληνικά απ’ όσα φανταζόμαστε. Σου έχει περάσει ποτέ απ΄ το μυαλό να μάθεις ελληνικά, και αν ναι, γιατί δεν το έκανες; 

Θα μου άρεσε πάρα πολύ. Κοίτα, εμένα μου αρέσει πολύ να μαθαίνω γλώσσες και φυσικά τα ελληνικά είναι μία απ’ αυτές, όμως το πιο διασκεδαστικό θα ήταν να τα μάθω ζώντας εδώ.

Με γοητεύουν αρκετά δύο νεκρές γλώσσες και δύο ζωντανές. Με γοητεύουν τα λατινικά και τα μάγια και με γοητεύουν τα ρώσικα και τα ελληνικά. Μιλάω αρκετές γλώσσες, τις περισσότερες χάλια, αλλά αυτές τις τέσσερις τις αγαπώ και θα ήθελα μια μέρα να μπορέσω να μάθω μια από αυτές. Εξάλλου, είναι πολύ καλή άσκηση για το μυαλό η εκμάθηση μιας γλώσσας. Όσο αρχίζεις να ξεχνάς πράγματα, λένε πως μαθαίνοντας μια ξένη γλώσσα μπορείς να βελτιώσεις τη μνήμη σου. 

Απόδοση στα ελληνικά από το mimundogriego.com

Φωτογραφίες: Juanita la Quejica

[1] La vida no vale nada: Τραγούδι του José Alfredo Jiménez από την ομώνυμη ταινία του 1955, τραγουδισμένο από τον Pedro Infante.

[2] El testigo:. O μάρτυρας. Δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά.

02 Jul

Εκτορ Αμπαδ Φασιολίνσε: “Η επανάσταση του Διαδικτύου και των ψηφιακών μέσων είναι ανάλογη με την επινόηση της γραφής”

 Μπορείτε να διαβάσετε το αρχικό κείμενο στα ισπανικά, εδώ.

Ο Κολομβιανός συγγραφέας Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε, συγγραφέας του πιο πολυδιαβασμένου βιβλίου στην Κολομβία σήμερα, «Η λήθη που θα γίνουμε», βρέθηκε στην Ελλάδα πριν μερικές μέρες, για να παρουσιάσει στο αθηναϊκό κοινό, στην έναρξη του φεστιβάλ ΛΕΑ, την έκδοση αυτού του βιβλίου στα ελληνικά.  Στο έργο αυτό, ένας γιατρός και πανεπιστημιακός δολοφονείται από ομάδες κολομβιανών παραστρατιωτικών,  το 1987. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο γιος του, που έχει γίνει συγγραφέας, αφηγείται την ιστορία του, όχι όμως την ιστορία της δολοφονίας, αλλά της ζωής ενός εξαίρετου ανθρώπου που συνδύαζε τις αρετές απέναντι στα κοινά με τις αρετές στον ιδιωτικό του βίο, ενός ανθρωπιστή, ενός γιατρού αφοσιωμένου στη δημόσια υγεία, ενός υποδειγματικού και στοργικού οικογενειάρχη. Πρόκειται συγχρόνως για την ιστορία της αγάπης μεταξύ πατέρα και γιου, που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τον αντίποδα της «Επιστολής προς τον πάτερα» του Κάφκα: όχι μια σχέση ρήξης, καχυποψίας και μίσους, αλλά φιλίας, αγάπης και εμπιστοσύνης. Είναι ίσως πιο εύκολο να γράψει κανείς για ένα φαύλο άτομο, παρά για έναν άνθρωπο καλοσυνάτο. Ο Έκτορ Αμπάδ το κατορθώνει, δίχως να υποπέσει σε συναισθηματισμούς. Το βιβλίο μετέφρασε στα ελληνικά η Τιτίνα Σπερελάκη για τις Εκδόσεις Πατάκη.

Είμαι σίγουρη, ότι θα απολαύσετε όσο κι εγώ, τις απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του έκανα:

1) Δε θέλω να επιμείνω στο βιβλίο σου « Η λήθη που θα γίνουμε» αφού εσύ ο ίδιος είπες  τις προάλλες πως έχει αναφερθεί σ’αυτό αρκετές φορές στο Φεστιβάλ ΛΕΑ, όχι μόνο το φετινό αλλά και στο περυσινό.  Αυτό που θέλω να ξέρω είναι το πώς αισθάνεσαι εσύ με αυτή την επιτυχία του σε μια χώρα τόσο μακρινή και τόσο διαφορετική από τη δική σου.

Ακόμα δεν ξέρω αν είναι επιτυχία,  αλλά έχεις δίκιο στο ότι το γεγονός και μόνο το ότι εκδόθηκε στα ελληνικά, από μόνο του είναι κατά κάποιον τρόπο επιτυχία.  Καθώς ήδη έχουν υπάρξει μεταφράσεις σε χώρες τόσο διαφορετικές από την Κολομβία, από την Πορτογαλία ως τη Ρουμανία, αυτό που αισθάνομαι είναι η επιβεβαίωση ότι οι οικογένειες μοιάζουν.  Η αγάπη των παιδιών προς τους γονείς τους είναι κάτι που μπορεί να νιώσει κάθε κουλτούρα.  Δεν είναι ποτέ παράξενη μια ιστορία αγάπης και πόνου. Είναι πάντα κατανοητές οι ιστορίες που μιλούν για αγάπη μέσα στην οικογένεια.  Ακόμα βέβαια δεν έχω ζήσει την εμπειρία μιας μετάφρασης του βιβλίου μου στην Άπω Ανατολή. Αυτό θα μου κινούσε περισσότερο την περιέργεια. Θα ήμουν περίεργος να μάθω αν οι οικογένειες στην Ιαπωνία, την Κορέα ή την Κίνα θα μπορούσαν να το καταλάβουν αλλά γνωρίζοντας λίγα πράγματα από την ελληνική λογοτεχνία και γνωρίζοντας κάπως τους Έλληνες, πιστεύω πως δεν υπάρχει καμία πολιτισμική δυσκολία για να το καταλάβουν και να κατανοήσουν σε γενικές γραμμές.

2) Πες μας κάτι για τα άλλα σου βιβλία. Έχεις γράψει κάτι άλλο αυτοβιογραφικό; Έχεις ξανανιώσει ποτέ αυτό το συναίσθημα απελευθέρωσης μετά την ολοκλήρωση της συγγραφής ενός βιβλίου;

Όχι, αυτό είναι το μοναδικό μυθιστόρημά μου, χωρίς μυθοπλασία. Ένα βιβλίο στο οποίο τα πάντα είναι αληθινά, δεν έχω αλλάξει ούτε και  τα ονόματα των χαρακτήρων.  Ας πούμε ότι όλα τα άλλα μυθιστορήματά μου βασίζονται  στις εμπειρίες μου και σε όσα έχω ζήσει, αλλά αυτό πάντα προσαρμόζεται  σε  ορισμένους κανόνες του μυθιστορήματος,  την οικονομία του, τον μύθο του, αλλά και στους ίδιους τους χαρακτήρες οι οποίοι με οδηγούν σε μέρη που δεν γνωρίζω. Με αυτή την έννοια, όχι, αυτό είναι ένα ιδιαίτερο και μοναδικό βιβλίο και ταυτόχρονα δεν θα μπορούσε να επαναληφθεί. Δεν θα ήθελα να το επαναλάβω, γιατί είναι καρπός μιας επώδυνης και τραγικής εμπειρίας και εύχομαι στον καθένα να μη ζήσει ποτέ κάτι  τόσο τραγικό για να γράψει ένα βιβλίο. Προτιμώ μια ζωή πιο ήσυχη και καλύτερη από ένα βιβλίο  -όσο καλό και να είναι-  που προέρχεται από μια οδυνηρή πραγματικότητα.

3) Έχεις κάποιο χόμπι; Τι είναι αυτό που σου αρέσει να κάνεις όταν τελειώνει η βάρδια του συγγραφέα;

Μου αρέσει να κάνω πολύ απλά πράγματα και ευτυχώς έχω καταφέρει να τα κάνω και στην Ελλάδα. Είναι το να περπατώ χωρίς προορισμό και  το κολύμπι. Εδώ, λοιπόν, από τότε που είμαι στην Αθήνα, έχω πάει κολύμπι αρκετές φορές. Πάντα κυκλοφορώ με τα γυαλιά της κολύμβησης  και το μαγιό μου. Το κολύμπι στη θάλασσα της Ελλάδας είναι ένα όνειρο. Έχω περάσει πολλές φορές τις διακοπές μου στην Καραϊβική, αλλά η θάλασσα της Ελλάδας  είναι αναμφίβολα η πιο όμορφη θάλασσα που έχω γνωρίσει. Και ακόμη και σε μια τόσο μεγάλη πόλη όπως η Αθήνα, σε μισή ώρα φθάνεις με ένα ταξί. Θεωρώ ότι η παραλία είναι και πολύ καθαρή και πολύ ωραία και τα νερά είναι πεντακάθαρα. Μπορώ να δω ακόμη και ψαράκια που κινούνται μέσα στο νερό, κάτι που οικολογικά, είναι ένα πολύ καλό σημάδι. Επιπλέον, είναι πολύ όμορφο, με τη ζέστη που κάνει  έξω, να μπαίνει κανείς σε αυτό το κρύο νερό και να κολυμπάει. Είναι κάτι που δε θα με κούραζε ποτέ.

Τόσο το κολύμπι όσο και το περπάτημα έχουν ένα ρυθμό βήματος.  Ο ρυθμός που δίνει η κίνηση στα μπράτσα και στα πόδια, εμένα μου θυμίζει πολύ την ποίηση και τη συγγραφή. Η συγγραφή πρέπει να έχει ένα ρυθμό. Στην πραγματικότητα, πολλοί από τους ποιητές  που θαυμάζω περισσότερο, ήταν μεγάλοι περιπατητές. Ο Δάντης πρέπει να ήταν περιπατητής και γι’ αυτό η Κωμωδία του ξεκινά σα μια βόλτα. Ο  Μπόρχες ήταν μεγάλος περιπατητής και δε γνωρίζω τις προσωπικές συνήθειες  πολλών Ελλήνων ποιητών, αλλά υποθέτω ότι πρέπει να ήταν περιπατητές. Εξάλλου, εδώ δεν ήταν που επινόησαν την Περιπατητική Σχολή, έτσι δεν είναι;

4) Εξαιτίας  των αμερικανικών σειρών,  εμείς οι Έλληνες έχουμε σχηματίσει μια ιδέα της Κολομβίας  που βασίζεται στην παραγωγή και τη διακίνηση των  ναρκωτικών. Φαντάζομαι ότι και εσείς οι Κολομβιανοί έχετε δημιουργήσει μια εικόνα για την Ελλάδα που δεν είναι ακριβώς  αυτή η πραγματικότητα που έχεις δει εδώ. Θα με ενδιέφερε να μάθω πώς είναι αυτή η εικόνα περίπου. Τι γνώμη έχεις για αυτά τα στερεότυπα σε σχέση με τους διαφόρους λαούς;

Η ιδέα για την Ελλάδα είναι ανάμεικτη. Από τη μια πλευρά είναι η ιδέα που αντιστοιχεί στην αρχαιότητα, είναι δηλαδή  μια ιδέα της κλασικής Ελλάδας, η γέννηση της δημοκρατίας, η γέννηση της φιλοσοφίας, η ομορφιά του έργου του Πραξιτέλη, της  γλυπτικής,  κ.λπ. Είναι μια εικόνα που έρχομαι εδώ και την επιβεβαιώνω γιατί υπάρχει. Στη συνέχεια, υπάρχει μια ιδέα που δημιουργήθηκε τον εικοστό αιώνα, οι εκατομμυριούχοι και οι εφοπλιστές,  όπως ο Ωνάσης, ο Νιάρχος, κ.λπ. που παντρεύονται όμορφες γυναίκες σε όλο τον κόσμο, μια ιδέα θαλασσινή. Στο σημερινό κόσμο, επειδή  έχω ζήσει στην Ιταλία, έχω σχηματίσει  την ιδέα της θάλασσας. Ήμουν μεταφραστής και έχω μεταφράσει κάποιες  ιστορίες  του του Τομάζι ντι Λαμπεντούζα και υπάρχει μια ιστορία που ονομάζεται Νίκεια  και μιλάει για τη θάλασσα και τις σειρήνες και αυτό με επηρεάζει πολύ όταν κολυμπώ. Σκέφτομαι αυτή τη παλιά ιστορία  που μετέφρασα και τις ιστορίες της θάλασσας.

Το πιο πρόσφατο, το  τελευταίο είναι η οικονομική κρίση, οι εκλογές, το δημοψήφισμα, οι διαδηλώσεις, ένας  πυρπολημένος κινηματογράφος, μια τράπεζα δίπλα και η μόνιμη συζήτηση για το αν η Ελλάδα ευθύνεται ή όχι τα χρέη της, αν αυτό συμβαίνει επειδή η οι άνθρωποι συνταξιοδοτούνται πολύ νέοι, και οι Έλληνες απολαμβάνουν πραγματικά τη ζωή και αντίθετα οι Γερμανοί εργάζονται και εργάζονται και εργάζονται. Όσον αφορά την εικόνα της Ελλάδα σε κρίση, παρατηρώ ότι, τουλάχιστον αυτό το καλοκαίρι, οι άνθρωποι δεν είναι πια τόσο λυπημένοι. Από την άλλη, βλέπω επίσης πολλούς ανθρώπους να κοιμούνται στο δρόμο. Υπάρχει και μια άλλη εικόνα για την Ελλάδα του σήμερα. Είναι αυτή με τους τόσο πολλούς  πρόσφυγες, αν και δεν είχα την ευκαιρία να τους δω  στην Αθήνα. Υποθέτω ότι θα πρέπει να πάει κανείς στα νησιά κοντά στην Τουρκία ή κάπου αλλού για να τους δει. Το κομμάτι που με ενοχλεί πολύ, είναι σαν ένας δαίμονας που υπάρχει, αλλά που για μένα σε αυτό το ταξίδι παρέμεινε αόρατος.

Τα στερεότυπα είναι ένας πολύ ανθρώπινος τρόπος σκέψης που,  λόγω του ότι είναι «οικονομικός», είναι κατάλληλος για την καθημερινή ζωή. Τα στερεότυπα είναι χρήσιμα επειδή μας επιτρέπουν να αντιδρούμε γρήγορα. Για παράδειγμα, ένα στερεότυπο είναι ότι «ένα φίδι είναι δηλητηριώδες», τελεία. Έτσι, μπορεί να δεις ένα φίδι και να το τοποθετήσεις αμέσως στην κατηγορία των δηλητηριωδών. Αυτό σου δίνει μια ώθηση για να το βάλεις στα πόδια και δε θα μάθεις ποτέ αν το φίδι είναι δηλητηριώδες ή όχι. Φυσικά, αν δεν πας και δε δεις μια χώρα, το μόνο που έχεις είναι μια συγκεχυμένη ιδέα. Αν πας σε αυτή τη χώρα, τα πάντα ορίζονται με ένα διαφορετικό τρόπο, πράγματα που το δικό σου στερεότυπο δε γνωρίζει ακόμα. Δεν ήξερα τίποτα για την ελληνική κουζίνα, δεν ήξερα ότι το ελληνικό κρασί ήταν τόσο καλό, δεν ήξερα πώς είναι το ελληνικό λάδι, δεν ήξερα πώς ήταν οι Ελληνίδες, δεν ήξερα πώς ήταν το ελληνικό προφίλ και τώρα το ξέρω. Είναι πολύ διαφορετικό να το βλέπεις, από το να έχεις μόνο κάποιες ιδέες θεωρητικές, διανοουμενίστικες.

Εδώ ο Έκτορ Αμπάδ, συνομιλεί με τον Πέδρο Ολάγια

5) Τι πιστεύεις για τα ψηφιακά μέσα έκδοσης, και δεν αναφέρομαι μόνο στα βιβλία αλλά και στις εφημερίδες, τα λογοτεχνικά περιοδικά, κλπ. Πώς αισθάνεσαι γνωρίζοντας πως η «πένα» σου μπορεί να φτάσει σε όλες τις γωνιές αυτού του πλανήτη μέσα απ το Ιντερνέτ; 

Είναι θαυμάσιο, διότι ο καθένας μπορεί να δημοσιεύσει και  είναι πολύ φθηνό, αλλά την ίδια στιγμή, δημοσιεύονται και πολλά ψέματα, πολλά σκουπίδια και δεν υπάρχουν πολλά σάιτ που να ανταποκρίνονται σ’ αυτό που λένε και να φιλτράρουν την αλήθεια απ’ το ψέμα, αν θα μπορούσαμε βέβαια ποτέ να το μάθουμε.  Την ίδια στιγμή, υπάρχουν θαυμάσιες σελίδες, υπέροχα ψηφιακά μέσα, νέοι εκδότες, νέες εκδόσεις. Όταν έρχεται  κάτι νέο, αυτό φέρνει πάντα μαζί του μεγάλα πλεονεκτήματα και  μεγάλα μειονεκτήματα. Ποτέ, καμία εφεύρεση δεν ήταν  ακίνδυνη. Ποτέ, καμία εφεύρεση δεν ήταν  καθ’ όλα θετική.  Υπάρχουν πράγματα που χάνονται και πράγματα που κερδίζονται.

Η ζωή στα κοινωνικά δίκτυα, το Twitter, το Facebook,το  Instagram, κλπ, το ίδιο. Υπάρχουν πολύ καλά πράγματα, αλλά υπάρχει ένα μεγάλο χάσιμο χρόνου, κάτι σαν να επικεντρώνεται κάποιος στον εαυτό του και στο τι σημαίνουν γι’αυτόν τα like. Πιστεύεις πως ακολουθείς  μόνο τον κόσμο που σκέφτεται σαν κι εσένα και αυτό δημιουργεί κάποιους  πολύ βλαβερούς  πομφόλυγες, αλλά την ίδια στιγμή υπάρχουν πράγματα  που είναι υπέροχα όπως  η Wikipedia.

[…]Νομίζω πως η επανάσταση του Διαδικτύου και των ψηφιακών μέσων είναι ανάλογη με την επινόηση της γραφής ή της τυπογραφίας.  Είναι κάτι απόλυτα επαναστατικό και θαυμάσιο, αλλά ακόμα και όταν επινόησαν τη γραφή, υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες ποιητών που ήξεραν τα πάντα από μνήμης και έλεγαν πως η γραφή θα ξεπαστρέψει τη μνήμη. Και σ’ αυτό υπάρχει κάποια αλήθεια. Πρέπει να υπάρχουν ελάχιστοι Έλληνες που γνωρίζουν όλο τον Όμηρο από μνήμης. Επίσης, όταν εφευρέθηκε η τυπογραφία, είπαν ότι αυτό θα προκαλούσε την απώλεια της  χαλαρής και αργής ανάγνωσης. Σε καμία περίπτωση δεν υιοθετώ τα εσχατολογικά σενάρια, αλλά παλιά έβλεπα μόνο τις θαυμαστές δυνατότητες που ανοίγει ο ψηφιακός κόσμος: την πιθανότητα να διαβάσει ένας Έλληνας τη σελίδα ενός  Κολομβιανού, και ένας Κολομβιανός τη σελίδα ενός Έλληνα, αλλά με όλα όσα συνέβησαν με τον Tράμπ, με το Brexit,  με την πολιτική, βλέπω και την πιθανότητα της χειραγώγησης των κοινωνικών δικτύων και της πλάνης που ανθεί σε αυτά και  που είναι αρκετά περίπλοκη. Ο αναγνώστης για να προσανατολιστεί θα  πρέπει να ψάξει μέσα σε μια ταραγμένη και θολή θάλασσα πληροφοριών.

6) Ποια είναι η σχέση σου με τα κοινωνικά δίκτυα;

Έχω ένα λογαριασμό στο Twitter, αλλά δεν είμαι τόσο ενεργός, γιατί αισθάνομαι ότι έχω χάσει χρόνο, χρόνο ανάγνωσης, χρόνο χαλαρής ανάγνωσης, χρόνο για βιβλία. Κάποια στιγμή άρχισα να γράφω ένα μυθιστόρημα στο Twitter. Έγραφα  από ένα tweet την ημέρα . Μια φράση από ένα μυθιστόρημα που θα αποτελείτο από χίλια και ένα tweets. Όταν ήμουν στο 150° tweet  , βαρέθηκα και δεν ήθελα να συνεχίσω να γράφω το μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα γράφεται  πρόταση -πρόταση, αλλά γράφοντας  ένα tweet την ημέρα, χάνεις γρήγορα τον ειρμό σου. Ένα μυθιστόρημα απαιτεί άλλου είδους συγκέντρωση.

7) Δυστυχώς, δεν υπάρχουν πολλοί  Έλληνες συγγραφείς μεταφρασμένοι στα ισπανικά. Όμως, τι γνώμη έχεις για την ελληνική λογοτεχνία, έχεις απολαύσει ποτέ το βιβλίο ενός   Έλληνα συγγραφέα;

Φτάνω στην ελληνική λογοτεχνία πάντα πολύ αργά.  Αυτή η ελληνική λογοτεχνία στην οποία έχω φτάσει εγώ είναι ήδη φιλτραρισμένη από το χρόνο. Ίσως  να υπάρχουν  σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς  που έχουν μεταφραστεί, αλλά εγώ δεν  είμαι άτομο  που ενημερώνεται αρκετά για τις νέες τάσεις σε κανένα μέρος τους κόσμου, ούτε καν στην Ισπανία, ούτε καν στην Κολομβία. Αυτό που ξέρω είναι ότι μου αρέσει πολύ ο Καζαντζάκης, ξέρω  τον Καβάφη, ξέρω  τον Ρίτσο. Δε γνωρίζω συναδέλφους μου, παρόλο που θα ήθελα. Έχω διαβάσει ίσως κάποιο αστυνομικό μυθιστόρημα του Πέτρου Μάρκαρη. Πριν από ένα χρόνο, άνοιξα έναν εκδοτικό οίκο στην Κολομβία, αν έβρισκα κάποιον σύγχρονο Έλληνα συγγραφέα θα μου άρεσε πολύ να εκδώσω το βιβλίο του.

8) Πριν δυο μέρες ανέφερες ότι τα ελληνικά, σου ακούγονται πολύ οικεία. Σου πέρασε ποτέ απ το μυαλό να μάθεις ελληνικά;

Όταν σπούδαζα φιλοσοφία,  έκανα κάποια μαθήματα αρχαίων ελληνικών στο πανεπιστήμιο, όμως εγώ σπούδασα φιλοσοφία μόνο για ένα χρόνο. Έτσι, ό, τι έμαθα πριν από 40 χρόνια, ήταν στην πραγματικότητα ένα τίποτα. Στην Κολομβία  δε μας  διδάσκουν ούτε ελληνικά ούτε λατινικά στο σχολείο. Ο γιος μου που σπούδασε στην Ιταλία, στο κλασικό λύκειο, παρακολούθησε μαθήματα και ελληνικών και λατινικών. Απλά ξέρω ότι υπάρχουν πολλές λέξεις  που οι ρίζες τους χτίζονται με τα ελληνικά και αυτό σου δίνει  μια ωραία και ταυτόχρονα πολύ περίεργη εντύπωση. Συνήθως είναι λέξεις που στα ισπανικά ακούγονται με μεγαλύτερο στόμφο ενώ εδώ είναι απλές και καθημερινές .Η έξοδος για παράδειγμα, είναι ένα σημαντικό βιβλίο της Αγίας Γραφής, και εδώ είναι απλώς η πόρτα από την οποία βγαίνεις. Ή οι τοπικές πτήσεις, εδώ λέγονται εσωτερικές. Σου δίνει την εντύπωση πως πρόκειται για ένα ταξίδι προς αναζήτηση του εαυτού σου.  Όταν ζητάω μια μπύρα μικρή, δηλαδή μικρού μεγέθους, νιώθω ότι χρησιμοποιώ μια λέξη που μετράει ιχνοποσότητες.  Και καθώς η φωνητική είναι παρόμοια με αυτά τα ανοιχτά φωνήεντα, έχει κανείς την εντύπωση ότι δεν άκουσε καλά και ότι θα μπορούσε να καταλάβει τέλεια τα πάντα.

Μετάφρασή από το : mimundogriego.com

Φωτογραφίες: Juanita la Quejica